Выбрать главу

Ο Ασμόντιαν υποκλίθηκε βαθιά, επίσημα, και, τουλάχιστον επιφανειακά, με ειλικρίνεια. «Υπηρετώ τον Άρχοντα Δράκοντα».

46

Άλλες Μάχες, Άλλα Όπλα

Ο Ραντ, που κοίταζε σμίγοντας τα φρύδια τον Ασμόντιαν να φεύγει και αναρωτιόταν ως ποιο σημείο μπορούσε να τον εμπιστευτεί, ξαφνιάστηκε όταν η Αβιέντα πέταξε κάτω το κύπελλό της, χύνοντας κρασί στα χαλιά. Οι Αελίτες δεν σπαταλούσαν τίποτε πόσιμο, όχι μόνο το νερό.

Κοιτώντας το βρεγμένο σημείο, φάνηκε κι αυτή να ξαφνιάζεται, αλλά μονάχα για μια στιγμή. Αμέσως μετά, έφερε τα χέρια στους γοφούς, έτσι όπως καθόταν, και τον αγριοκοίταξε. «Δηλαδή ο Καρ’α’κάρν θα μπει στην πόλη τη στιγμή που με δυσκολία μπορεί να ανακαθίσει. Είπα ότι ο Καρ’α’κάρν πρέπει να είναι κάτι ανώτερο από τους άλλους ανθρώπους, αλλά δεν ήξερα ότι δεν είναι απλός θνητός».

«Πού είναι τα ρούχα μου, Αβιέντα;»

«Δεν είσαι παρά σάρκα!»

«Τα ρούχα μου;»

«Θυμήσου το τοχ σου, Ραντ αλ’Θόρ. Αφού θυμάμαι εγώ το τζι’ε’τόχ, τότε μπορείς να το θυμηθείς κι εσύ». Ήταν παράξενο αυτό που έλεγε· πιθανότερο ήταν να ανατείλει ο ήλιος τα μεσάνυχτα, παρά να ξεχάσει η Αβιέντα και το παραμικρό ζήτημα που είχε σχέση με το τζι’ε’τόχ.

«Αν συνεχίσεις έτσι», της είπε χαμογελώντας, «θα πιστέψω ότι νοιάζεσαι για μένα».

Το είπε σαν αστείο —μόνο δύο τρόποι υπήρχαν να την αντιμετωπίσει, να αστειευτεί μαζί της ή απλώς να την αγνοήσει· αν λογομαχούσε, ήταν χαμένος― και μάλιστα ήπιο, δεδομένου ότι είχαν περάσει μια νύχτα αγκαλιασμένοι, αλλά τα μάτια της πλάτυναν από την οργή και τράβηξε το φιλντισένιο βραχιόλι, σαν να ’θελε να το βγάλει και να του το πετάξει, «Ο Καρ’α’κάρν είναι τόσο υπεράνω των άλλων που δεν χρειάζεται ρούχα», του είπε με ένταση, «Αν θέλει να βγει, ας βγει γυμνός! Να φέρω τη Σορίλεα και την Μπάιρ; Ή ίσως την Ενάιλα και τη Σομάρα και τη Λαμέλ;»

Αυτός μούδιασε. Απ’ όλες τις Κόρες που του φέρονταν σαν να ήταν ο χαμένος δεκάχρονος γιος τους, η Αβιέντα είχε διαλέξει τις τρεις χειρότερες. Η Λαμέλ μάλιστα του έφερνε σούπα ― δεν είχε ιδέα από μαγειρική, αλλά επέμενε να του φτιάχνει σούπα! «Φέρε όποια θες», της είπε με συγκρατημένη, ανέκφραστη φωνή, «αλλά είμαι ο Καρ’α’κάρν και θα πάω στην πόλη». Με λίγη τύχη, θα έβρισκε τα ρούχα του προτού εκείνη ξαναγύριζε. Η Σομάρα τον έφτανε στο μπόι και αυτή τη στιγμή πρέπει να ήταν δυνατότερή του. Η Μία Δύναμη δεν θα τον βοηθούσε· ακόμα κι αν εμφανιζόταν μπροστά του ο Σαμαήλ, ο Ραντ δεν θα μπορούσε ούτε να αγκαλιάσει το σαϊντίν, πόσο μάλλον να το κρατήσει.

Για μια ατέλειωτη στιγμή εκείνη έμεινε να του ανταποδίδει το βλέμμα, και μετά μάζεψε απότομα το κύπελλο με τις ζωγραφισμένες λεοπαρδάλεις και το ξαναγέμισε από μια λεπτοδουλεμένη ασημένια κανάτα. «Αν μπορέσεις να βρεις τα ρούχα σου και να ντυθείς μόνος σου χωρίς να πέσεις κάτω», του είπε γαλήνια, «τότε μπορείς να φύγεις. Αλλά θα σε συνοδεύσω και, αν κρίνω ότι είσαι αδύναμος και δεν μπορείς να συνεχίσεις, θα ξαναγυρίσεις εδώ, ακόμα κι αν χρειαστεί να σε κουβαλήσει η Σομάρα στην αγκαλιά της».

Αυτός έμεινε να την κοιτάζει, καθώς εκείνη ξάπλωνε στηριγμένη στον αγκώνα της, έσιαζε με προσοχή τα φουστάνια της κι έπινε το κρασί της. Αν της ξανάλεγε για γάμο, μάλλον θα ξανάρχιζε να του τα ψέλνει, αλλά κατά κάποιον τρόπο του φερόταν σαν να ήταν παντρεμένοι. Τουλάχιστον όταν ήταν στα χειρότερά της. Όταν δεν έμοιαζε να υπάρχει η παραμικρή διαφορά ανάμεσα στην Αβιέντα και στην Ενάιλα ή στη Λαμέλ, όταν ήταν αυτές στα χειρότερά τους.

Μουρμουρίζοντας μόνος του, τυλίχτηκε στην κουβέρτα και προσπέρασε την εστία και την Αβιέντα για να πάρει τις μπότες του. Εκεί μέσα υπήρχαν καθαρές διπλωμένες κάλτσες, αλλά τίποτα άλλο. Μπορούσε να φωνάξει κανέναν γκαϊ’σάιν. Και η ιστορία θα διαδιδόταν σ’ ολόκληρο το στρατόπεδο. Και υπήρχε η πιθανότητα ότι τελικά θα έμπλεκαν στην υπόθεση και οι Κόρες· τότε το ερώτημα θα ήταν αν αυτός ήταν ο Καρ’α’κάρν, που έπρεπε να υπακούουν, ή απλώς ο Ραντ αλ’Θόρ, ο οποίος, όπως το έβλεπαν, ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Ένα χαλάκι τυλιγμένο ρολό στο βάθος της σκηνής τράβηξε το βλέμμα του· τα χαλάκια πάντα τα άπλωναν. Μέσα είχε το σπαθί του και γύρω από το θηκάρι ήταν τυλιγμένη η ζώνη με την πόρπη του Δράκοντα.