Выбрать главу

Σιγοτραγουδώντας, με τα βλέφαρα βαριά, η Αβιέντα έμοιαζε να μισοκοιμάται, καθώς τον έβλεπε να ψάχνει. «Δεν το χρειάζεσαι πια... αυτό». Έβαλε τόση αηδία στη λέξη, που κανείς δεν θα πίστευε ότι η ίδια του είχε δώσει το σπαθί.

«Τι εννοείς;» Υπήρχαν λίγα μόνο σεντούκια στη σκηνή, στολισμένα με σεντέφι ή με μπρούντζινα ποικίλματα, ή, ένα απ’ αυτά, με φύλλα χρυσού. Οι Αελίτες προτιμούσαν να φυλάνε τα πράγματα τυλιγμένα και δεμένα. Κανένα απ’ αυτά δεν περιείχε τα ρούχα του. Το χρυσοστόλιστο σεντούκι, με τα άγνωστα πουλιά και ζώα, είχε σφιχτοδεμένα δερμάτινα σακίδια και μύρισε άρωμα μπαχαρικών όταν σήκωσε το καπάκι.

«Ο Κουλάντιν είναι νεκρός, Ραντ αλ’Θόρ».

Αυτός, ξαφνιασμένος, στάθηκε και την κοίταξε. «Τι λες τώρα;» Υπήρχε περίπτωση να της το είχε πει ο Λαν, Κανένας άλλος δεν το ήξερε. Μα γιατί;

«Κανείς δεν μου το είπε, αν απορείς. Σε ξέρω πια, Ραντ αλ’Θόρ. Κάθε μέρα σε μαθαίνω καλύτερα».

«Δεν σκεφτόμουν κάτι τέτοιο», μούγκρισε αυτός. «Κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα». Άρπαξε θυμωμένα το θηκαρωμένο σπαθί και το έσφιξε άβολα παραμάσχαλα, καθώς συνέχιζε το ψάξιμο. Η Αβιέντα σιγόπινε το κρασί της· του Ραντ του φάνηκε ότι έκρυβε ένα χαμόγελο.

Τέλεια κατάσταση. Οι Υψηλοί Άρχοντες του Δακρύου ίδρωναν όταν τους κοίταζε ο Ραντ αλ’Θόρ, οι Καιρχινοί ίσως να του πρόσφεραν το θρόνο τους. Ο μεγαλύτερος Αελίτικος στρατός που είχε δει ποτέ ο κόσμος είχε περάσει το Δρακότειχος υπό τις διαταγές του Καρ’α’κάρν, του αρχηγού των αρχηγών. Τα έθνη έτρεμαν στο άκουσμα του ονόματος του Αναγεννημένου Δράκοντα. Έθνη ολόκληρα! Και, αν δεν έβρισκε τα ρούχα του, για να βγει έξω, θα περίμενε την άδεια από μερικές γυναίκες που νόμιζαν ότι ήξεραν περισσότερα απ’ αυτόν.

Τελικά τα βρήκε, όταν πρόσεξε το χρυσοκέντητο μανικέτι ενός κόκκινου μανικιού να ξεπροβάλλει κάτω από την Αβιέντα. Τόση ώρα καθόταν πάνω τους. Η Αβιέντα γρύλισε ξινά, όταν της ζήτησε να κάνει παραπέρα, αλλά το έκανε. Επιτέλους.

Ως συνήθως, τον παρακολούθησε να ξυρίζεται και να ντύνεται, διαβιβάζοντάς στο νερό του για να ζεσταθεί δίχως σχόλιο —και δίχως να της το ζητήσει― την τρίτη φορά που ο Ραντ κόπηκε και γκρίνιαξε για το κρύο νερό. Στην πραγματικότητα, την τρίτη φορά είχε ανησυχήσει μήπως η Αβιέντα έβλεπε τα ασταθή χέρια του παρά για άλλο λόγο. Μπορείς να συνηθίσεις οτιδήποτε, αν συνεχιστεί πολύ καιρό, σκέφτηκε πικρόχολα.

Εκείνη είδε ότι κουνούσε το κεφάλι του και το παρεξήγησε. «Την Ηλαίην δεν θα την πειράξει αν κοιτάζω, Ραντ αλ’Θόρ».

Κοντοστάθηκε, με μισοδεμένα τα κορδόνια του πουκάμισού του, και την κοίταξε. «Στ’ αλήθεια το πιστεύεις αυτό;»

«Φυσικά. Της ανήκεις, αλλά η όψη σου δεν είναι ιδιοκτησία της».

Αυτός γέλασε σιωπηλά και συνέχισε να δένει τα κορδόνια. Ήταν ευχάριστη αυτή η υπενθύμιση πως αυτό το καινούριο, μυστηριώδες ύφος της έκρυβε άγνοια κι όχι κάτι άλλο. Χαμογέλασε αυτάρεσκα, όταν πια ντύθηκε, ζώστηκε το σπαθί και πήρε το Σωντσανό δόρυ με τις φούντες. Τότε, το χαμόγελο έγινε κάπως βλοσυρό. Το ήθελε ως υπενθύμιση ότι οι Σωντσάν δεν είχαν εξαφανιστεί, αλλά του ξανάφερνε στο νου όλα τις καταστάσεις που έπρεπε να εξισορροπήσει. Τους Καιρχινούς και τους Δακρυνούς, τον Σαμαήλ και τους άλλους Αποδιωγμένους, το Σάιντο και τα έθνη που δεν τον ήξεραν ακόμα, τα έθνη που θα έπρεπε να τον μάθουν πριν από την Τάρμον Γκάι’ντον. Μπροστά σ’ αυτά, το να αντιμετωπίσει την Αβιέντα ήταν απλό.

Οι Κόρες σηκώθηκαν όρθιες ζωηρά, μόλις βγήκε από τη σκηνή με γοργό βήμα, για να κρύψει το τρέμουλο των ποδιών του. Δεν ήταν σίγουρος αν το είχε καταφέρει. Η Αβιέντα έμεινε στο πλευρό του, όχι μόνο σαν να σκόπευε να τον πιάσει, αν έπεφτε, αλλά σαν να περίμενε στα σίγουρα ότι θα έπεφτε. Και η διάθεση του δεν βελτιώθηκε, όταν η Σούλιν, φορώντας τους επιδέσμους σαν καπέλο, κοίταξε ερωτηματικά την Αβιέντα —όχι αυτόν! την Αβιέντα!― και περίμενε το νεύμα της, προτού διατάξει τις Κόρες να ετοιμαστούν για να ξεκινήσουν.

Ο Ασμόντιαν ανηφόρισε το λόφο καβάλα στο μουλάρι του, οδηγώντας τον Τζήντ’εν από τα χαλινάρια. Με κάποιον τρόπο είχε βρει το χρόνο να φορέσει καθαρά ρούχα, όλα από σκουροπράσινο μετάξι. Με τη λευκή δαντέλα να ξεχειλίζει από παντού, φυσικά. Η επίχρυση άρπα κρεμόταν στην πλάτη του, αλλά δεν φορούσε πια το μανδύα βάρδου και δεν έφερε πια το πορφυρό λάβαρο με το αρχαίο σύμβολο των Άες Σεντάι. Αυτή τη θέση την είχε αναλάβει ένας Καιρχινός πρόσφυγας ονόματι Πέβιν, ένας ανέκφραστος άνδρας με μπαλωμένο σακάκι αγρότη από τραχύ γκρίζο μαλλί, καβάλα σε ένα καφέ μουλάρι, που κανονικά θα έπρεπε να το είχαν αφήσει να βόσκει στην ησυχία του ύστερα από τόσα χρόνια που έσερνε το κάρο. Μια μακριά ουλή, ακόμα κόκκινη, ανηφόριζε στο πλάι του στενού προσώπου του, από το σαγόνι ως τα μαλλιά που αραίωναν.