Выбрать главу

Ο Πέβιν είχε χάσει τη γυναίκα και την αδελφή του στο λιμό, τον αδελφό του και ένα γιο στον εμφύλιο πόλεμο. Δεν είχε ιδέα σε ποιον Οίκο ανήκαν οι άνδρες που τους είχαν σκοτώσει, ποιον υποστήριζαν για το Θρόνο του Ήλιου. Προσπαθώντας να διαφύγει προς το Άντορ, είχε χάσει και δεύτερο γιο από Αντορίτες στρατιώτες και δεύτερο αδελφό από ληστές, κι επιστρέφοντας είχε χάσει τον τελευταίο γιο του, από δόρυ των Σάιντο, και την κόρη του επίσης, που την είχαν πάρει νομίζοντας τον Πέβιν για νεκρό. Ο άνθρωπος σπανίως μιλούσε, αλλά, απ’ όσο καταλάβαινε ο Ραντ, του είχαν απομείνει τρία πράγματα να πιστεύει. Ο Δράκοντας είχε Αναγεννηθεί. Η Τελευταία Μάχη πλησίαζε. Και, αν παρέμενε κοντά στον Ραντ αλ’Θόρ, θα έβλεπε την εκδίκηση για την οικογένειά του προτού αφανιστεί ο κόσμος. Ο κόσμος σίγουρα θα τελείωνε, αλλά αυτό δεν είχε σημασία, τίποτα δεν είχε σημασία, αρκεί να έβλεπε εκείνη την εκδίκηση. Υποκλίθηκε σιωπηλά στον Ραντ από τη σέλα του, καθώς η φοράδα έφτανε στη ράχη. Το πρόσωπό του ήταν εντελώς ανέκφραστο, αλλά κρατούσε το λάβαρο στητό και έτοιμο.

Ο Ραντ ανέβηκε στη σέλα του Τζήντ’εν και τράβηξε την Αβιέντα πίσω του, χωρίς να την αφήσει να πατήσει στον αναβολέα, μόνο και μόνο για να της δείξει ότι μπορούσε, και κλώτσησε το σταχτί άλογο για να ξεκινήσει προτού αυτή βολευτεί. Η Αβιέντα τον αγκάλιασε από τη μέση και με τα δύο χέρια, μουρμουρίζοντας αλλά όχι και τόσο χαμηλόφωνα· αυτός έπιασε μερικά αποσπάσματα από τη γνώμη της για τον Ραντ αλ’Θόρ και για τον Καρ’α’κάρν επίσης. Δεν τον άφησε καθόλου όμως και ο Ραντ ήταν ευγνώμων γι’ αυτό. Όχι μόνο ήταν ευχάριστο, έτσι που ήταν ακουμπισμένη στην πλάτη του, αλλά επίσης ήταν ευπρόσδεκτο το στήριγμα που του πρόσφερε. Τη στιγμή που η Αβιέντα ανέβαινε στη σέλα, ο Ραντ είχε νιώσει ότι δεν ήξερε αν υψωνόταν αυτή ή αν έπεφτε αυτός. Ευχήθηκε να μην το είχε προσέξει. Ευχήθηκε να μην ήταν αυτός ο λόγος που τον κρατούσε τόσο σφιχτά.

Το πορφυρό λάβαρο με τον πελώριο ασπρόμαυρο δίσκο κυμάτιζε πίσω από τον Πέβιν, καθώς κατέβαιναν το λόφο και προχωρούσαν στις ρηχές κοιλάδες. Ως συνήθως, οι Αελίτες δεν έδιναν μεγάλη σημασία στην ομάδα που περνούσε, παρ’ όλο που το λάβαρο έδειχνε καθαρά ποιος ήταν, όπως βέβαια και η συνοδεία των αρκετών εκατοντάδων Φαρ Ντάραϊς Μάι που τον κύκλωναν και προλάβαιναν δίχως κόπο το ρυθμό του Τζήντ’εν και των μουλαριών. Οι Αελίτες συνέχισαν τις δουλειές τους ανάμεσα στις σκηνές που γέμιζαν τις πλαγιές, με εξαίρεση κάποιες ματιές όταν άκουγαν τον ήχο των οπλών.

Ο Ραντ είχε ξαφνιαστεί ακούγοντας ότι είχαν πιάσει σχεδόν είκοσι χιλιάδες οπαδούς του Κουλάντιν ως αιχμαλώτους — προτού φύγει από τους Δύο Ποταμούς, δεν πίστευε ότι μπορούσαν τόσοι άνθρωποι να είναι μαζεμένοι σε ένα μέρος― αλλά το σοκ ήταν ακόμα πιο μεγάλο όταν τους είδε. Σχημάτιζαν ομάδες σαράντα-πενήντα ατόμων, απλωμένες στις λοφοπλαγιές σαν λάχανα, άνδρες και γυναίκες που κάθονταν γυμνοί στον ήλιο, με κάθε ομάδα υπό το βλέμμα ενός γκαϊ’σάιν, αν υπήρχε κι αυτός ο ένας. Κανείς άλλος δεν τους έδινε σημασία, μολονότι πού και που κάποια μορφή με καντιν’σόρ πλησίαζε μια ομάδα και έστελνε για θελήματα κάποιον άνδρα ή γυναίκα. Όποιον διάλεγαν, πήγαινε τρέχοντας, χωρίς φρουρό, και ο Ραντ είδε αρκετούς να επιστρέφουν για να ξαναπάρουν τη θέση τους. Όσο για τους υπόλοιπους, κάθονταν ήσυχοι, σχεδόν βαριεστημένοι, λες και δεν είχαν κανένα λόγο ή επιθυμία να πάνε κάπου αλλού.

Ίσως θα φορούσαν εξίσου γαλήνια τις λευκές ρόμπες. Αλλά δεν μπορούσε να ξεχάσει πόσο εύκολα οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι είχαν ήδη κουρελιάσει τους δικούς τους νόμους και τα έθιμά τους. Μπορεί ο Κουλάντιν να είχε αρχίσει την παραβίασή τους ή να την είχε διατάξει, αλλά αυτοί τον είχαν ακολουθήσει και τον είχαν υπακούσει.

Καθώς κοιτούσε συνοφρυωμένος τους αιχμαλώτους —είκοσι χιλιάδες και θα έρχονταν κι άλλοι· δεν θα εμπιστευόταν κανέναν τους να τηρήσει το γκαϊ’σάιν― δεν πρόσεξε αμέσως κάτι παράξενο στους υπόλοιπους Αελίτες. Κόρες και άνδρες που έφεραν δόρυ ποτέ άλλοτε δεν φορούσαν τίποτα στο κεφάλι τους εκτός από το σούφα, και ποτέ σε χρώμα που να μην γίνεται ένα με τα βράχια και με τις σκιές, όμως τώρα ο Ραντ έβλεπε άνδρες με έναν πορφυρό στενό κεφαλόδεσμο στο μέτωπό τους. Περίπου ο ένας στους τέσσερις είχε ένα κομμάτι ύφασμα γύρω από το κεφάλι στο ύψος των κροτάφων του, μ’ ένα δίσκο κεντημένο ή ζωγραφισμένο πάνω από τα φρύδια, που έδειχνε δυο ενωμένα δάκρυα, το ένα μαύρο και το άλλο άσπρο. Ίσως το πιο παράξενο ήταν ότι το φορούσαν και οι γκαϊ’σάιν· οι περισσότεροι είχαν σηκωμένες τις κουκούλες, όμως όσοι ήταν ξέσκεποι το είχαν. Και οι αλγκάι’ντ’σισβάι με τα καντιν’σόρ το έβλεπαν και δεν έκαναν τίποτα, είτε φορούσαν κι αυτοί τον κεφαλόδεσμο είτε όχι. Οι γκαϊ’σάιν ποτέ δεν φορούσαν κάτι που το φορούσαν όσοι μπορούσαν να αγγίξουν όπλο. Ποτέ.