Выбрать главу

«Δεν ξέρω», είπε απότομα η Αβιέντα στην πλάτη του, όταν τη ρώτησε τι σήμαινε αυτό. Ο Ραντ προσπάθησε να ανακαθίσει· στ’ αλήθεια έμοιαζε να τον κρατά πιο σφιχτά απ’ όσο χρειαζόταν. Ύστερα από μια στιγμή, συνέχισε με τόσο μαλακή φωνή, που ο Ραντ αφουγκράστηκε με προσοχή για να την καταλάβει. «Η Μπάιρ απείλησε ότι θα με χτυπήσει, αν το αναφέρω ξανά, και η Σορίλεα με χτύπησε στους ώμους μ’ ένα ραβδί, αλλά νομίζω ότι υπάρχουν κάποιοι που ισχυρίζονται πως είμαστε σισβαϊ’αμάν».

Ο Ραντ άνοιξε το στόμα να ρωτήσει τι σήμαινε αυτό ―ήξερε κάτι λίγες λέξεις της Παλιάς Γλώσσας, τίποτα παραπάνω― όταν η ερμηνεία εμφανίστηκε στην επιφάνεια του μυαλού του. Σισβαϊ’αμάν. Κυριολεκτικά, το δόρυ του Δράκοντα.

«Μερικές φορές», είπε ο Ασμόντιαν, γελώντας πνιχτά, «δύσκολα βλέπεις τη διαφορά ανάμεσα σε σένα και στους εχθρούς σου. Θέλουν να κατακτήσουν τον κόσμο, αλλά φαίνεται ότι εσύ έχεις ήδη κατακτήσει έναν λαό».

Ο Ραντ γύρισε το κεφάλι και τον κοίταξε, ώσπου το γέλιο του Ασμόντιαν χάθηκε κι αυτός, σηκώνοντας τους ώμους αμήχανα, κράτησε πίσω το μουλάρι του μαζί με τον Πέβιν και το λάβαρο. Το πρόβλημα ήταν ότι το όνομα υπαινισσόταν —ήταν κάτι παραπάνω από υπαινιγμός― ιδιοκτησία· κι αυτό, επίσης, ανάβλυζε από τις αναμνήσεις του Λουζ Θέριν. Δεν του φαινόταν δυνατό ότι μπορείς να έχεις στην ιδιοκτησία σου ανθρώπους, αλλά, ακόμα κι αν ήταν, δεν ήθελε τέτοιο πράγμα. Το μόνο που θέλω είναι να τους χρησιμοποιήσω, σκέφτηκε πικρόχολα.

«Βλέπω ότι εσύ δεν το πιστεύεις», είπε πάνω από τον ώμο του. Καμία από τις Κόρες δεν το είχε φορέσει.

Η Αβιέντα δίστασε να απαντήσει, και μετά είπε, «Δεν ξέρω τι να πιστέψω». Μίλησε χαμηλόφωνα όπως πριν, όμως φαινόταν θυμωμένη, και αβέβαια. «Υπάρχουν πολλές πεποιθήσεις και οι Σοφές είναι συχνά βουβές, σαν να μην ξέρουν την αλήθεια. Μερικοί λένε ότι, ακολουθώντας σε, εξιλεωνόμαστε για την αμαρτία των προγόνων μας που... που είχαν αποτύχει στο καθήκον τους απέναντι στις Άες Σεντάι».

Το κόμπιασμα στη φωνή της τον ξάφνιασε· δεν είχε σκεφτεί ποτέ του ότι μπορεί κι αυτή, σαν τους άλλους Αελίτες, να ανησυχούσε σχετικά με αυτό που είχε αποκαλύψει ο Ραντ για το παρελθόν τους. Μπορεί η σωστή λέξη να μην ήταν «ανησυχούσε» αλλά «ντρεπόταν»· η ντροπή ήταν σημαντικό στοιχείο του τζι’ε’τόχ. Ντρέπονταν γι’ αυτό που ήταν κάποτε —οπαδοί της Οδού του Φύλλου― και ταυτοχρόνως ντρέπονταν που είχαν εγκαταλείψει τον όρκο τους σ’ αυτόν.

«Πολλοί έχουν ακούσει αποσπασματικές εκδοχές για την Προφητεία του Ρουίντιαν τώρα πια», συνέχισε η Αβιέντα με πιο συγκρατημένο τόνο, λες και ήξερε την προφητεία προτού αρχίσει να εκπαιδεύεται για να γίνει Σοφή, «αλλά είναι στρεβλές. Ξέρουν ότι θα μας καταστρέψεις...», ο αυτοέλεγχός της χάθηκε για λίγο, όσο για να πάρει μια βαθιά ανάσα, «αλλά πολλοί πιστεύουν ότι θα μας σκοτώσεις όλους σε ατέλειωτους χορούς του δόρατος, σε μια θυσία προκειμένου να εξιλεωθούμε για το αμάρτημα. Άλλοι πιστεύουν ότι η ίδια η μελαγχολία είναι μια δοκιμασία, για να τους ξεσκαρτάρει και να αφήσει το σκληρό πυρήνα για την Τελευταία Μάχη. Άκουσα μάλιστα κάποιους να λένε ότι τώρα το Άελ είναι το όνειρό σου, και, όταν ξυπνήσεις απ’ αυτή τη ζωή, δεν θα υπάρχουμε πια».

Ζοφερές πεποιθήσεις όλες. Άες και δεν έφτανε το ότι είχε αποκαλύψει ένα παρελθόν που θεωρούσαν ότι τους ντρόπιαζε. Ήταν παράξενο που δεν τον είχαν εγκαταλείψει όλοι. Ή που δεν είχαν τρελαθεί. «Τι πιστεύουν οι Σοφές;» ρώτησε, χαμηλόφωνα σαν κι αυτήν.

«Πως ό,τι πρέπει να γίνει, θα γίνει. Θα σώσουμε ό,τι μπορεί να σωθεί, Ραντ αλ’Θόρ. Δεν ελπίζουμε να κάνουμε κάτι περισσότερο».

«Θα σώσουμε». Συμπεριλάμβανε τον εαυτό της μεταξύ των Σοφών, ακριβώς όπως η Εγκουέν και Ηλαίην συμπεριλάμβαναν τον εαυτό τους στις Άες Σεντάι. «Καλά», είπε αυτός με ανάλαφρο τόνο, «φαντάζομαι ότι τουλάχιστον η Σορίλεα πιστεύει ότι θα έπρεπε να μου στρίψει το αυτί. Μάλλον το ίδιο και η Μπάιρ. Κι η Μελαίν στα σίγουρα».

«Μεταξύ άλλων», μουρμούρισε αυτή. Προς απογοήτευσή του, ξεκόλλησε από πάνω του, αν και συνέχισε να κρατιέται από το σακάκι του. «Πιστεύουν πολλά πράγματα που σχεδόν εύχομαι να μην τα πίστευαν».

Αυτός άθελά του χαμογέλασε πλατιά. Άρα η Αβιέντα δεν πίστευε ότι έπρεπε να του στρίψουν το αυτί. Ήταν ευχάριστη η αλλαγή μετά τον τρόπο που είχε ξυπνήσει.

Οι άμαξες του Χάντναν Καντίρ απείχαν περίπου ένα μίλι από τη σκηνή του και ήταν σταθμευμένες κυκλικά σε ένα πλατύ γούβωμα ανάμεσα σε δύο λόφους, όπου τα Σκυλιά της Πέτρας φύλαγαν σκοπιά. Καθώς ο Ραντ περνούσε με το λάβαρο και με τη συνοδεία του, ο Σκοτεινόφιλος με τη σουβλερή μύτη σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε, σκουπίζοντας το πρόσωπό του με το απαραίτητο μαντήλι, φορώντας ένα κρεμ σακάκι, που πάσχιζε να σκεπάσει τον όγκο του. Ήταν εκεί και η Μουαραίν, που εξέταζε την άμαξα στην οποία ήταν δεμένη η τερ’ανγκριάλ-πόρτα κάτω από το μουσαμά, πίσω από τη θέση του οδηγού. Δεν γύρισε καν να δει, παρά μόνο όταν της μίλησε ο Καντίρ. Κρίνοντας από τις χειρονομίες του, ο Καντίρ της πρότεινε να συνοδεύσει τον Ραντ. Φαινόταν μάλιστα να αδημονεί να τη στείλει μαζί του, κι αυτό δεν ήταν διόλου παράξενο. Σίγουρα μέσα του κόμπαζε πως είχε καταφέρει να κρατήσει τόσο καιρό κρυφό το ότι ήταν Σκοτεινόφιλος, αλλά όσο πιο πολλή παρέα έκανε με μια Άες Σεντάι, τόσο μεγάλωνε ο κίνδυνος της αποκάλυψης.