Και, πραγματικά, ο Ραντ είχε ξαφνιαστεί που ο άνθρωπος αυτός ήταν ακόμα εκεί. Οι μισοί τουλάχιστον αμαξάδες που είχαν μπει στην Ερημιά μαζί του, το είχαν σκάσει μετά το Δρακότειχος και τη θέση τους είχαν πάρει Καιρχινοί πρόσφυγες, επιλεγμένοι προσωπικά από τον Ραντ, ο οποίος ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν ανήκαν στη φάρα του Καντίρ. Ο Ραντ κάθε πρωί περίμενε ότι ο άλλος θα είχε εξαφανιστεί, ειδικά αφού είχε διαφύγει και η Ισέντρε. Οι Κόρες είχαν σχεδόν διαλύσει τις άμαξες για να τη βρουν, ενώ ο Καντίρ ίδρωνε τόσο, που είχε αλλάξει τρία μαντήλια. Δεν θα λυπόταν, αν ο Καντίρ το έσκαγε μέσα στη νύχτα. Οι Αελίτες σκοποί είχαν διαταγές να τον αφήσουν να φύγει, αρκεί να μην προσπαθούσε να πάρει μαζί του κάποια από τις πολύτιμες άμαξες της Μουαραίν. Κάθε μέρα γινόταν ολοένα και πιο προφανές ότι αυτές οι άμαξες ήταν ο θησαυρός της, και ο Ραντ θα της τον προστάτευε.
Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του, όμως ο Ασμόντιαν κοίταζε ευθεία μπροστά, αγνοώντας τελείως τις άμαξες. Ισχυριζόταν πως δεν είχε καμία επαφή με τον Καντίρ από τότε που τον είχε αιχμαλωτίσει ο Ραντ, και ο Ραντ πίστευε πως ήταν αλήθεια αυτό. Το σίγουρο ήταν ότι ο έμπορος δεν άφηνε ποτέ τις άμαξές του, και οι Αελίτες φρουροί τον έχαναν από τα μάτια τους μόνο όταν έμπαινε στη δική του άμαξα.
Αντίκρυ στις άμαξες, ο Ραντ τράβηξε τα χαλινάρια σχεδόν ασυναίσθητα. Σίγουρα η Μουαραίν θα ήθελε να τον συνοδεύσει στην Καιρχίν· μπορεί να του είχε ζαλίσει το μυαλό με τα μαθήματά της, αλλά πάντα είχε κάτι ακόμα που ήθελε να του μάθει, και αυτή τη φορά ο Ραντ θα χρειαζόταν την παρουσία και τη συμβουλή της. Αλλά εκείνη απλώς τον κοίταξε για μια ατέλειωτη στιγμή και μετά στράφηκε πάλι στην άμαξα.
Αυτός έσμιξε τα φρύδια και κλώτσησε το άλογό του να ξεκινήσει. Έπρεπε να θυμάται ότι η Μουαραίν είχε κι άλλα πρόβατα να κουρέψει. Είχε γίνει πολύ εύπιστος απέναντι της. Καλά θα έκανε να της δείχνει την επιφυλακτικότητα που έδειχνε και στον Ασμόντιαν.
Μην εμπιστεύεσαι κανέναν, σκέφτηκε σκοτεινά. Για μια στιγμή δεν ήξερε αν ήταν οι δικές του σκέψεις ή του Λουζ Θέριν, κατέληξε όμως στο συμπέρασμα ότι δεν είχε σημασία. Καθένας είχε το στόχο του, τις επιθυμίες του. Καλύτερα να μην εμπιστεύεται κανέναν απόλυτα εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Αλλά, αναρωτήθηκε, από τη στιγμή που είχε έναν άλλο άνθρωπο να τρυπώνει στο βάθος του μυαλού του, πώς μπορούσε να εμπιστευτεί τον εαυτό του;
Όρνια γέμιζαν τον ουρανό γύρω από την Καιρχίν, διαγράφοντας ελικοειδείς τροχιές με τα μαύρα φτερά τους. Στο χώμα πετάριζαν ανάμεσα σε σύννεφα από μύγες που βούιζαν, έκρωζαν βραχνά στα στιλπνά κοράκια που προσπαθούσαν να σφετεριστούν τα δικαιώματά τους επί των νεκρών. Εκεί που οι Αελίτες περνούσαν τους γυμνούς λόφους, για να πάρουν τα κουφάρια των νεκρών τους, τα όρνια προχωρούσαν με αδέξια, ατσούμπαλα βήματα κι έσκουζαν, για να διαμαρτυρηθούν, ενώ μετά ξαναβολεύονταν, μόλις οι ζωντανοί απομακρύνονταν σε απόσταση μερικών βημάτων. Τα όρνια και τα κοράκια και οι μύγες μαζί δεν μπορούσαν στ’ αλήθεια να έχουν σκοτεινιάσει το φως του ήλιου, όμως του Ραντ του φάνηκε ότι αυτό είχε συμβεί.
Ο Ραντ, με το στομάχι του να ανακατεύεται, προσπάθησε να μην κοιτάζει, και κλώτσησε τον Τζήντ’εν να κάνει πιο γρήγορα, τόσο, που η Αβιέντα ξαναπιάστηκε από την πλάτη του και οι Κόρες έτρεχαν. Καμία δεν διαμαρτυρήθηκε και ο Ραντ σκέφτηκε πως ο λόγος δεν ήταν το ότι οι Αελίτες μπορούσαν να τρέχουν μ’ αυτό το ρυθμό για ολόκληρες ώρες. Ακόμα και ο Ασμόντιαν έμοιαζε αναστατωμένος. Η έκφραση του Πέβιν δεν άλλαξε, αν και το αστραφτερό λάβαρο που κυμάτιζε από πάνω του έμοιαζε με παρωδία σ’ αυτό το μέρος.
Το θέαμα που τους περίμενε μπροστά δεν ήταν πολύ καλύτερο. Ο Ραντ θυμόταν τα Προπύλαια ως ένα μέρος όλο ζωή και φασαρία, ένα συνονθύλευμα από σοκάκια γεμάτα βουή και χρώματα. Τώρα ήταν μια νεκρή ζώνη από πηχτές στάχτες που κύκλωναν τα τετράγωνα, γκρίζα τείχη της Καιρχίν από τρεις μεριές. Καρβουνιασμένα δοκάρια κείτονταν πεσμένα τυχαία πάνω σε πέτρινα θεμέλια κι εδώ κι εκεί έβλεπες να στέκονται κάποιες καπνισμένες καμινάδες, που μερικές φορές έγερναν ετοιμόρροπες. Σε μερικά σημεία υπήρχε μια καρέκλα που κειτόταν απείραχτη στο χωματόδρομο, ένα μπογαλάκι που είχε πέσει από κάποιον που έτρεχε να φύγει, μια πάνινη κούκλα, όλα σημάδια της ερήμωσης.