Το αεράκι κουνούσε μερικά από τα λάβαρα στους πύργους της πόλης και στα τείχη, εδώ έναν Δράκοντα, που στεκόταν χρυσοκόκκινος σε λευκό φόντο, εκεί τις Ημισελήνους του Δακρύου, λευκές σε χρυσοκόκκινο φόντο. Τα μεσαία φύλλα των Πυλών Τζανγκάι έστεκαν ανοιχτά, τρεις ψηλές αψίδες στην γκρίζα πέτρα, που τις φύλαγαν Δακρυνοί στρατιώτες με κράνη με πλατιά γείσα. Μερικοί ήταν έφιπποι, αλλά οι πιο πολλοί πεζοί, και η ποικιλία των χρωμάτων στα πλατιά μανίκια τους έδειχνε ότι επρόκειτο για στρατιώτες αρκετών αρχόντων.
Ό,τι κι αν είχαν μάθει στην πόλη για τη μάχη που είχε κερδιστεί και για τους Αελίτες συμμάχους που είχαν έρθει να τους σώσουν, η προσέγγιση των πεντακοσίων Φαρ Ντάραϊς Μάι προκάλεσε κάποια αναταραχή. Τα χέρια των στρατιωτών πλησίασαν αβέβαια σε λαβές σπαθιών, σε δόρατα και σε μακριές ασπίδες, σε λόγχες. Μερικοί στρατιώτες έκαναν σαν να ’θελαν να κλείσουν τις πύλες, ενώ κοίταζαν τον αξιωματικό τους, με τα τρία λευκά λοφία στο κράνος του, ο οποίος δίστασε, ενώ στεκόταν στους αναβολείς και σκίαζε τα μάτια του από τον ήλιο για να περιεργαστεί το πορφυρό λάβαρο. Και πιο συγκεκριμένα τον Ραντ.
Ξαφνικά, ο αξιωματικός κάθισε στη σέλα και είπε κάτι που έκανε δυο έφιππους Δακρυνούς να περάσουν τις πύλες και να καλπάσουν στην πόλη. Σχεδόν αμέσως, έκανε νόημα στους άλλους να παραμερίσουν, φωνάζοντας, «Κάντε τόπο για τον Άρχοντα Δράκοντα Ραντ αλ’Θόρ! Το Φως να φωτίζει τον Άρχοντα Δράκοντα! Δόξα στον Άρχοντα Δράκοντα!»
Οι στρατιώτες ακόμα κοίταζαν με μισό μάτι τις Κόρες, αλλά σχημάτισαν σειρές δεξιά κι αριστερά από τις πύλες και υποκλίθηκαν βαθιά καθώς περνούσε ο Ραντ. Η Αβιέντα ξεφύσηξε δυνατά στην πλάτη του, και ξανά όταν αυτός γέλασε. Η Αβιέντα δεν καταλάβαινε, κι εκείνος δεν είχε σκοπό να της εξηγήσει. Αυτό που είχε βρει αστείο ήταν πως, όσο κι αν πάσχιζαν να του φουσκώσουν τα μυαλά οι Δακρυνοί ή οι Καιρχινοί ή όποιοι άλλοι, μπορούσε να βασιστεί στην Αβιέντα και στις Κόρες για να τον συνεφέρουν. Και στην Εγκουέν. Και στη Μουαραίν. Και, βεβαίως, στην Ηλαίην και στη Νυνάβε, αν τις ξανάβλεπε ποτέ του. Τώρα που το σκεφτόταν, αυτό έμοιαζε να είναι το κύριο έργο που είχαν επιλέξει όλες αυτές για τη ζωή τους.
Η πόλη πέρα από τις πύλες τού έκοψε το γέλιο σαν μαχαίρι.
Εδώ οι δρόμοι ήταν πλακοστρωμένοι, μερικοί αρκετά πλατιοί για να χωράνε μια ντουζίνα ή και περισσότερες άμαξες πλάι-πλάι, ίσιοι σαν χαρακιές, που διασταυρώνονταν σχηματίζοντας ορθές γωνίες. Οι λόφοι που έμοιαζαν να κυματίζουν έξω από τα τείχη, εδώ ήταν σκαμμένοι, είχαν βαθμίδες και πρόσοψη επενδυμένη με πέτρα· έμοιαζαν έργο ανθρώπινων χεριών, ακριβώς σαν τα πέτρινα κτήρια με τις αυστηρές ευθείες και τις ορθές γωνίες, σαν τους λαμπρούς πύργους με τις ημιτελείς κορυφές που τις κύκλωναν σκαλωσιές. Άνθρωποι συνωθούνταν στους δρόμους και στα σοκάκια, με μάτια θολά και με μάγουλα βαθουλωμένα, μαζεύονταν κάτω από αυτοσχέδιες τέντες ή κουρελιασμένες κουβέρτες απλωμένες σαν σκηνές, ή απλώς στριμώχνονταν στ’ ανοιχτά, φορώντας τα σκούρα ρούχα που προτιμούσαν οι κάτοικοι της πόλης στην Καιρχίν, τα λαμπερά χρώματα των Προπυλιανών, και τα τραχιά ρούχα των αγροτών και των χωρικών. Ακόμα και οι σκαλωσιές ήταν γεμάτες, σ’ όλα τα επίπεδα ως τις κορυφές τους, όπου το ύψος έκανε τους ανθρώπους να μοιάζουν μικροσκοπικοί. Μόνο το κέντρο των δρόμων έμενε ανοιχτό, καθώς προχωρούσαν ο Ραντ και οι Κόρες, αλλά μόνο για να περάσουν, αφού μετά η λαοθάλασσα έκλεινε γύρω τους.
Αυτό που του είχε κόψει το γέλιο ήταν οι άνθρωποι. Παρ’ όλο που ήταν ταλαιπωρημένοι και κουρελήδες, στριμωγμένοι σαν πρόβατα σε στενό μαντρί, ζητωκραύγαζαν. Δεν είχε ιδέα πού ήξεραν ποιος ήταν, εκτός ίσως αν είχαν ακούσει τις φωνές του αξιωματικού από την πύλη, αλλά ένας βρυχηθμός πετάχτηκε μπροστά του καθώς γυρνούσε στους δρόμους, με τις Κόρες να ανοίγουν δρόμο στο πλήθος. Το μπουμπουνητό έπνιξε όλες τις λέξεις εκτός από κάποιο «Άρχοντα Δράκοντα» πού και πού όταν το φώναζαν πολλοί μαζί, όμως το νόημα ήταν ολοκάθαρο για τους άνδρες και τις γυναίκες που σήκωναν παιδιά να τον δουν, στα μαντίλια και στα πανιά που ανέμιζαν σε όλα τα παράθυρα, στους ανθρώπους που προσπαθούσαν να περάσουν τις Κόρες απλώνοντας τα χέρια.
Δεν έδειχναν να φοβούνται τις Αελίτισσες, τώρα που είχαν την ευκαιρία να αγγίξουν τις μπότες του Ραντ, και οι αριθμοί τους ήταν τέτοιοι, τόση η πίεση των εκατοντάδων που έσπρωχναν τους μπροστινούς τους, ώστε μερικοί κατόρθωσαν να ξεγλιστρήσουν. Πολλοί άγγιξαν τον Ασμόντιαν αντί γι’ αυτόν —έμοιαζε πράγματι με άρχοντα, με τις τόσες δαντέλες του να κρέμονται, και ίσως οι άνθρωποι σκέφτονταν ότι ο Άρχοντας Δράκοντας πρέπει να ήταν πιο μεγάλος στα χρόνια από το παιδαρέλι με το κόκκινο σακάκι― όμως δεν άλλαζε τίποτα. Όποιος κατόρθωνε να αγγίξει μια μπότα ή έναν αναβολέα, ακόμα και του Πέβιν, αποκτούσε μια έκφραση αγαλλίασης στο πρόσωπο και τα χείλη του πρόφεραν «Άρχοντα Δράκοντα» μέσα στην οχλοβοή, ενώ οι Κόρες τον έσπρωχναν πίσω με τις μικρές, στρογγυλές ασπίδες τους.