Κάτι οι αλαλαγμοί και οι επευφημίες από τη μια, κάτι οι έφιπποι που είχε στείλει ο αξιωματικός της πύλης από την άλλη, δεν ήταν έκπληξη όταν εμφανίστηκε ο Μάιλαν, με μια δωδεκάδα ελάσσονες Δακρυνούς άρχοντες ως συνοδεία και με πενήντα Υπερασπιστές της Πέτρας για να του ανοίξουν δρόμο, οι οποίοι ανέμιζαν τις λόγχες από τη βάση τους. Ο Υψηλός Άρχοντας, γκριζομάλλης, σκληροτράχηλος και λεπτός, μ’ ένα φίνο μεταξωτό σακάκι με ρίγες και με μανικέτια από πράσινο σατέν, καθόταν στη σέλα με την άνεση και τη στητή πόζα κάποιου που είχε ανέβει σε άλογο και είχε μάθει να το προστάζει σχεδόν από τότε που μπορούσε να περπατήσει. Δεν έδινε σημασία στον ιδρώτα του προσώπου του, ούτε και στο ενδεχόμενο να ποδοπατούσαν κάποιον οι συνοδοί του. Ήταν και τα δύο ασήμαντες ενοχλήσεις, και ο ιδρώτας πιθανότατα ήταν μεγαλύτερη.
Μεταξύ των άλλων ήταν και ο Εντόριον, το ροδομάγουλο αρχοντόπουλο που είχε έρθει στο Έιανροντ, όχι τόσο παχουλός πια, με το σακάκι του με τις κόκκινες ρίγες να πλέει πάνω του. Ο μόνος άλλος που αναγνώρισε ο Ραντ εκεί ήταν ένας με φαρδιούς ώμους, ντυμένος σε αποχρώσεις του πράσινου· απ’ όσο θυμόταν, του Ρέιμον του άρεσε να χαρτοπαίζει με τον Ματ στην Πέτρα. Οι άλλοι ήταν στην πλειονότητά τους άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας. Ούτε κι εκείνοι έδιναν σημασία στο πλήθος που διέσχιζαν, όπως ο Μάιλαν. Ανάμεσά τους δεν υπήρχε ούτε ένας Καιρχινός.
Οι Κόρες άφησαν τον Μάιλαν να περάσει, όταν ο Ραντ τους έκανε νόημα, αλλά έκλεισαν πίσω του τον κλοιό τους, για να εμποδίσουν τους άλλους, κάτι που στην αρχή ο Υψηλός Άρχοντας δεν το πρόσεξε. Όταν το είδε, τα μάτια του πέταξαν φλόγες από το θυμό. Ο Μάιλαν θύμωνε συχνά, ήταν γεγονός αυτό, από τότε που είχε πρωτοέρθει ο Ραντ στην Πέτρα του Δακρύου.
Η φασαρία άρχισε να καταλαγιάζει με τον ερχομό των Δακρυνών, κι απέμεινε ένα μουντό μουρμουρητό, όταν πια ο Μάιλαν υποκλίθηκε αλύγιστα στον Ραντ από τη σέλα του. Το βλέμμα του στάθηκε στην Αβιέντα και μετά αποφάσισε να την αγνοήσει, όπως προσπαθούσε να αγνοήσει τις Κόρες. «Το Φως να σε φωτίζει, Άρχοντα Δράκοντα. Καλώς όρισες στην Καιρχίν. Οφείλω να ζητήσω συγγνώμη για τους χωρικούς, αλλά δεν ήξερα ότι σκόπευες να μπεις στην πόλη τώρα. Αν το ήξερα, θα τους είχα απομακρύνει. Σκόπευα να ετοιμάσω λαμπρή υποδοχή, που να αρμόζει στον Άρχοντα Δράκοντα».
«Ακριβώς τέτοια μου έκαναν», είπε ο Ραντ και ο άλλος ανοιγόκλεισε τα μάτια.
«Ό,τι πεις, Άρχοντα Δράκοντα». Μετά από μια στιγμή συνέχισε να μιλά, κι ο τόνος του έλεγε ότι δεν είχε καταλάβει. «Αν με συνοδεύσεις στο Βασιλικό Παλάτι, έχω ετοιμάσει ένα μικρό χαιρετισμό. Φοβάμαι πως θα είναι πράγματι μικρός, εφόσον δεν είχα προειδοποίηση από σένα, αλλά κι έτσι θα φροντίσω να―»
«Ό,τι κι αν πρόλαβες να ετοιμάσεις ως αυτή τη στιγμή μου κάνει», τον διέκοψε ο Ραντ και δέχθηκε άλλη μια υπόκλιση κι ένα λεπτό, πανούργο χαμόγελο για απάντηση. Ο Μάιλαν τώρα είχε δουλικό ύφος και σε μια ώρα θα μιλούσε σαν να απευθυνόταν σε κάποιον τόσο ελαφρόμυαλο, που δεν μπορούσε να καταλάβει τα γεγονότα μπροστά στη μύτη του· όμως, κάτω απ’ όλα αυτά, υπήρχε μια περιφρόνηση κι ένα μίσος, το οποίο νόμιζε πως ο Ραντ δεν αντιλαμβανόταν, μολονότι τα συναισθήματα αυτά άστραφταν στα μάτια του. Περιφρόνηση, επειδή ο Ραντ δεν ήταν άρχοντας —δεν ήταν πραγματικός άρχοντας, κατά την άποψη του Μάιλαν, εκ γενετής― και μίσος, επειδή ο Μάιλαν είχε εξουσία ζωής και θανάτου προτού έρθει ο Ραντ, με ελάχιστους ίσους και κανέναν ανώτερο. Άλλο ήταν να πιστεύεις ότι οι Προφητείες του Δράκοντα θα εκπληρώνονταν κάποια μέρα, κι άλλο ήταν να εκπληρωθούν κι έτσι να εξανεμιστεί η εξουσία σου.
Ακολούθησε ένα στιγμιαίο μπέρδεμα, προτού ο Ραντ πει στη Σούλιν να επιτρέψει στους άλλους Δακρυνούς άρχοντες να φέρουν τα άλογά τους πίσω από τον Ασμόντιαν και από το λάβαρο του Πέβιν. Ο Μάιλαν θα ξανάβαζε τους Υπερασπιστές να ανοίξουν δρόμο, όμως ο Ραντ διέταξε κοφτά να ακολουθήσουν τις Κόρες. Οι στρατιώτες υπάκουσαν, με πρόσωπο ανέκφραστο κάτω από το γύρο του κράνους τους, και ο Υψηλός Άρχοντας είχε ένα συγκαταβατικό χαμόγελο. Το χαμόγελο έσβησε, όταν φάνηκε πως τα πλήθη άνοιγαν εύκολα μπροστά από τις Κόρες. Το γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να ανοίξουν δρόμο με χτυπήματα το απέδωσε στη φήμη της βαναυσότητας που διέθεταν οι Αελίτες, κι έσμιξε τα φρύδια όταν ο Ραντ δεν του απάντησε. Ο Ραντ παρατήρησε ένα πράγμα: τώρα, που είχε Δακρυνούς μαζί του, δεν υψώθηκαν ξανά επευφημίες.