Выбрать главу

Το Βασιλικό Παλάτι της Καιρχίν καταλάμβανε τον ψηλότερο λόφο της πόλης, ακριβώς στο κέντρο, τετράγωνο και σκοτεινό και ογκώδες. Μάλιστα, το Παλάτι είχε τόσους ορόφους και τόσες βαθμίδες με πέτρινη πρόσοψη, ώστε δύσκολα θα καταλάβαινε κανείς ότι υπήρχε καν λόφος εκεί. Οι ψηλοί διάδρομοι με τις κιονοστοιχίες και τα μεγάλα, στενά παράθυρα, ψηλά πάνω από το έδαφος, δεν απάλυναν την αυστηρότητά του, ούτε και οι γκρίζοι βαθμιδωτοί πύργοι, που ήταν επακριβώς τοποθετημένοι σε ομόκεντρες πλατείες κατά το αυξανόμενο ύψος. Ο δρόμος έγινε μια μακριά, πλατιά ράμπα, που οδηγούσε σε ψηλές, μπρούντζινες πύλες, και πιο πέρα σε μια πελώρια τετράγωνη αυλή γεμάτη Δακρυνούς στρατιώτες, οι οποίοι στέκονταν σαν αγάλματα με τις λόγχες γερμένες. Αλλοι στρατιώτες στέκονταν πιο ψηλά, σε πέτρινα μπαλκόνια.

Ένα κύμα μουρμουρητών διέτρεξαν τις σειρές τους, όταν εμφανίστηκαν οι Κόρες, αλλά γρήγορα πνίγηκε μέσα στις φωνές που έλεγαν, «Δόξα στον Αναγεννημένο Δράκοντα! Δόξα στον Άρχοντα Δράκοντα και στο Δάκρυ! Δόξα στον Άρχοντα Δράκοντα και στον Υψηλό Άρχοντα Μάιλαν!» Αν έβλεπε κάποιος την έκφραση του Μάιλαν, θα νόμιζε ότι όλο αυτό ήταν αυθόρμητο.

Υπηρέτες με σκούρα ρούχα, οι πρώτοι Καιρχινοί που έβλεπε ο Ραντ στο παλάτι, χίμηξαν έξω με ποικιλμένες χρυσές γαβάθες και με λευκές λινές πετσέτες, καθώς ο Ραντ περνούσε το πόδι πάνω από το ψηλό μπροστάρι της σέλας και κατέβαινε από το άτι του. Ήρθαν κι άλλοι για να πάρουν τα χαλινάρια. Ο Ραντ έπλυνε το πρόσωπο και τα χέρια του με το δροσερό νερό, χρησιμοποιώντας το ως πρόφαση για να αφήσει την Αβιέντα να κατέβει μόνη της. Αν προσπαθούσε να τη βοηθήσει, μάλλον θα έπεφταν και οι δύο ανάσκελα στο πλακόστρωτο.

Δίχως να της το ζητήσει, η Σούλιν διάλεξε είκοσι Κόρες, εκτός από την ίδια, για να τον συνοδεύσουν μέσα. Από τη μια μεριά, ο Ραντ χάρηκε που δεν ήθελε να τον κυκλώσει μ’ όλα τα δόρατά της. Από την άλλη, ευχόταν να μην ήταν η Ενάιλα, η Λαμέλ και η Σομάρα μεταξύ των είκοσι. Οι όλο έγνοια ματιές που του έριξαν —ειδικά η Λαμέλ, μια λεπτή γυναίκα με δυνατό πηγούνι και με σκούρα κόκκινα μαλλιά, σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του― τον έκαναν να τρίξει τα δόντια, ενώ προσπαθούσε να χαμογελάσει καθησυχαστικά. Με κάποιον τρόπο, η Αβιέντα πρέπει να είχε καταφέρει να μιλήσει μαζί τους, και με τη Σούλιν, πίσω από την πλάτη του. Ίσως δεν μπορέσω να κάνω κάτι για τις Κόρες, σκέφτηκε βλοσυρά, καθώς επέστρεφε μια λινή πετσέτα σ’ έναν υπηρέτη, αλλά, που να καώ, υπάρχει μια Αελίτισσα που θα μάθει ότι είμαι ο Καρ’α’κάρν!

Οι άλλοι Υψηλοί Άρχοντες τον χαιρέτησαν στην αρχή των πλατιών γκρίζων σκαλοπατιών που ξεκινούσαν από την αυλή· φορούσαν όλοι πολύχρωμα μεταξωτά σακάκια με σατινένιες ρίγες και μπότες δουλεμένες με ασήμι. Ήταν φανερό ότι είχαν μάθει μόνο εκ των υστέρων ότι ο Μάιλαν είχε πάει να τον προϋπαντήσει. Ο Τορέαν, με πρόσωπο που θύμιζε πατάτα, ασυνήθιστα νωθρός για το είδος του ανθρώπου που ήταν, μύρισε βιαστικά ένα αρωματισμένο μαντηλάκι. Ο Γκέγιαμ, που το λαδωμένο γένι του έκανε το κεφάλι του να φαίνεται ακόμα πιο φαλακρό, έσφιξε τις πελώριες γροθιές του και αγριοκοίταξε τον Μάιλαν, ενώ ταυτόχρονα υποκλινόταν στον Ραντ. Η σουβλερή μύτη του Σίμααν έμοιαζε να τρέμει από οργή· ο Μάρακον, που ήταν γαλανομάτης, κάτι σπάνιο για το Δάκρυ, έσφιξε τα λεπτά χείλη του, ώσπου σχεδόν εξαφανίστηκαν· και παρ’ όλο που το στενό πρόσωπο του Χηρν ήταν όλο χαμόγελα, τραβούσε ασυναίσθητα το αυτί του, όπως έκανε όταν ήταν οργισμένος. Μόνο ο Άρακομ, που ήταν λεπτός σαν λεπίδα, δεν έδειχνε εξωτερικά κανένα συναίσθημα, αλλά βέβαια αυτός σχεδόν πάντα έκρυβε και έτρεφε καλά το θυμό του, ώσπου ήταν έτοιμος να κορώσει και να ξεσπάσει.

Δεν μπορούσε να χάσει τέτοια ευκαιρία. Ευχαριστώντας σιωπηλά τη Μουαραίν για τα μαθήματά της —ήταν ευκολότερο να βάλεις τρικλοποδιά σε έναν ηλίθιο παρά να τον ρίξεις κάτω με γροθιά, έλεγε― ο Ραντ έσφιξε με ζέση το παχουλό χεράκι του Τορέαν και χτύπησε τον Γκέγιαμ στην άκρη του χοντρού ώμου του, ανταπέδωσε το χαμόγελο του Χηρν με ένα άλλο που ήταν αρκετά ζεστό για έναν στενό φίλο του και ένευσε σιωπηλά στον Άρακομ με μια ματιά φαινομενικά γεμάτη υπαινιγμούς. Τον Σίμααν και τον Μάρακον σχεδόν τους αγνόησε, έχοντας ρίξει στον καθένα μια ματιά ανέκφραστη και παγερή σαν βαθιά λιμνούλα το χειμώνα.

Αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόταν προς το παρόν, αφού πρώτα παρακολούθησε τα βλέμματά τους να στρέφονται εδώ κι εκεί και τα πρόσωπά τους να σκοτεινιάζουν από τις σκέψεις. Έπαιζαν το Ντάες Νταε’μάρ, το Παιχνίδι των Οίκων, ολόκληρη τη ζωή τους και το ότι ήταν από τους Καιρχινούς εκείνους που μπορούσαν να διαβάσουν βιβλία ολόκληρα σ’ ένα ανασηκωμένο φρύδι ή σ’ ένα βήχα, απλώς είχε οξύνει την ευαισθησία τους. Ήξεραν ότι ο Ραντ δεν είχε λόγο να είναι φιλικός απέναντί τους, αλλά έπρεπε να αναρωτηθούν μήπως ένας τέτοιος χαιρετισμός σκόπευε να καλύψει κάτι πραγματικό. Οι πιο ανήσυχοι έμοιαζαν να είναι ο Σίμααν και ο Μάρακον, όμως οι άλλοι κοίταζαν αυτούς τους δύο ίσως ακόμα πιο καχύποπτα απ’ όλους. Ίσως η πραγματική μάσκα να ήταν η ψυχραιμία του. Ή ίσως αυτό ήθελε να σκεφτούν.