Выбрать главу

Οι Δακρυνοί έμοιαζαν να περιμένουν κάτι, αν και ήταν κάπως ταραγμένοι· τα πρόσωπα των Καιρχινών έμοιαζαν σμιλεμένα σε πάγο. Δεν διακρινόταν ποιοι είχαν ζητωκραυγάσει και ποιοι όχι, αλλά ο Ραντ υποψιαζόταν ότι οι περισσότερες φωνές είχαν έρθει από τις μπροστινές σειρές.

«Πολλοί επιθυμούν να σε υπηρετήσουν», μουρμούρισε ο Μάιλαν, καθώς προχωρούσαν στο πάτωμα με τα γαλάζια πλακάκια και το μεγάλο χρυσό μωσαϊκό του Ανατέλλοντος Ηλίου. Τους ακολουθούσε ένα κύμα από σιωπηλές γονυκλισίες και υποκλίσεις.

Ο Ραντ απλώς γρύλισε. Ήθελαν να τον υπηρετήσουν; Δεν χρειαζόταν τη Μουαραίν για να καταλάβει ότι αυτοί οι κατώτεροι ευγενείς έλπιζαν να ανέλθουν με κτήματα που θα αποσπούσαν από την Καιρχίν. Σίγουρα ο Μάιλαν και οι άλλοι έξι είχαν ήδη αφήσει υπαινιγμούς, αν δεν είχαν δώσει υποσχέσεις, για το ποιες περιοχές θα περιέρχονταν σε ποιους.

Στην άλλη άκρη της Μεγάλης Αίθουσας, ο Θρόνος του Ήλιου στεκόταν στο κέντρο ενός μεγάλου βάθρου από βαθυγάλανο μάρμαρο. Ακόμα κι εδώ, υπήρχε το αίσθημα περιορισμού ως χαρακτηριστικό των Καιρχινών. Η μεγάλη πολυθρόνα με τα βαριά μπράτσα λαμπύριζε από τα χρυσά στολίσματα και το χρυσωμένο μετάξι, αλλά με κάποιον τρόπο έμοιαζε να είναι όλη γεμάτη απλές κάθετες γραμμές, εκτός από τον Ανατέλλοντα Ήλιο με τις κυματιστές ακτίνες, που θα βρισκόταν πάνω από το κεφάλι όποιου καθόταν εκεί.

Ο Ραντ, πολύ προτού φτάσει στα εννιά σκαλιά του βάθρου, είχε καταλάβει ότι ο θρόνος προοριζόταν για τον ίδιο. Η Αβιέντα ανέβηκε τα σκαλιά μαζί του κι επίσης επετράπη να πλησιάσει και ο Ασμόντιαν, ως βάρδος του, όμως η Σούλιν γρήγορα παρέταξε τις άλλες Κόρες γύρω από το βάθρο, και τα δόρατά τους, έτσι ανέμελα όπως τα κρατούσαν, σταμάτησαν τόσο τον Μάιλαν όσο και τους υπόλοιπους Υψηλούς Άρχοντες. Σύγχυση απλώθηκε σε κείνα τα Δακρυνά πρόσωπα. Η Αίθουσα ήταν τόσο ήσυχη, ώστε ο Ραντ άκουγε την ίδια του την ανάσα.

«Αυτό ανήκει σε κάποιον άλλο», είπε τελικά. «Εκτός αυτού, πέρασα τόσο καιρό στη σέλα, που δεν θα ’βρισκα ευχάριστο ένα τόσο σκληρό κάθισμα. Φέρτε μου μια αναπαυτική καρέκλα».

Για μια στιγμή υπήρξε απόλυτη σιωπή εξαιτίας του σοκ, προτού ένα μουρμουρητό διατρέξει την Αίθουσα. Ο Μάιλαν πήρε υπολογιστικό ύφος, το οποίο κατέπνιξε γρήγορα, και ο Ραντ παραλίγο θα έβαζε τα γέλια γι’ αυτό. Μάλλον ο Ασμόντιαν είχε δίκιο γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Κι ο ίδιος ο Ασμόντιαν έδειχνε να κοιτάζει τον Ραντ κάνοντας σχεδόν απροκάλυπτα υποθέσεις.

Πέρασαν μερικά λεπτά μέχρι ο φίλος με το αστροκέντητο σακάκι να έρθει τρέχοντας, ακολουθούμενος από δύο Καιρχινούς με σκούρες λιβρέες, που μετέφεραν μια καρέκλα με ψηλή ράχη γεμάτη μεταξωτά μαξιλαράκια, και να τους δείξει πού να τη βάλουν, ρίχνοντας πολλές ανήσυχες ματιές στον Ραντ. Κάθετες επίχρυσες γραμμές ανηφόριζαν τα βαριά πόδια της καρέκλας και τη ράχη της, αλλά έμοιαζαν να ωχριούν μπροστά στο Θρόνο του Ήλιου.

Ενώ οι τρεις υπηρέτες υποκλίνονταν ακόμα φεύγοντας, διπλωμένοι στα δύο με κάθε βήμα, ο Ραντ πέταξε τα περισσότερα μαξιλαράκια στη μια πλευρά και κάθισε με ευγνωμοσύνη, με το Σωντσανό δόρυ στο γόνατο. Πρόσεξε όμως να μην αναστενάξει. Επειδή η Αβιέντα τον παρακολουθούσε με άκρα προσοχή και ο τρόπος που η Σορίλεα κοίταζε πότε τον Ραντ και πότε την Αβιέντα επιβεβαίωνε τις υποψίες του.

Αλλά, όποια κι αν ήταν τα προβλήματά του με την Αβιέντα και τις Φαρ Ντάραϊς Μάι, οι περισσότεροι από τους παρόντες περίμεναν τα λόγια του τόσο με προσμονή όσο και με φόβο. Τουλάχιστον θα πηδήξουν, όταν πω «βάτραχος», σκέφτηκε. Μπορεί να μην τους άρεσε, αλλά θα το έκαναν.

Με τη βοήθεια της Μουαραίν είχε καταστρώσει τι έπρεπε να κάνει εδώ. Μερικά πράγματα ήξερε ότι ήταν σωστά και χωρίς τις υποδείξεις της. Θα ήταν ωραίο να την είχε εδώ να του ψιθυρίζει στο αυτί, αν χρειαζόταν, αντί να έχει την Αβιέντα, που περίμενε να κάνει νόημα στη Σομάρα, αλλά θα ήταν άσκοπο να περιμένει. Σίγουρα όλοι οι Δακρυνοί και οι Καιρχινοί ευγενείς της πόλης ήταν σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα.

«Γιατί μένουν πίσω οι Καιρχινοί;» είπε δυνατά, και το πλήθος των αριστοκρατών σάλεψε, καθώς αντάλλασσαν μπερδεμένες ματιές. «Οι Δακρυνοί ήρθαν να βοηθήσουν, όμως δεν υπάρχει λόγος για τους Καιρχινούς να κάθονται εκεί πίσω. Ας παραταχθούν όλοι κατά το αξίωμά τους. Όλοι».

Ήταν δύσκολο να πεις αν ήταν πιο αποσβολωμένοι οι Δακρυνοί ή οι Καιρχινοί, αν και ο Μάιλαν έμοιαζε έτοιμος να καταπιεί τη γλώσσα του και οι άλλοι έξι είχαν παρόμοια έκφραση. Ακόμα και ο ψύχραιμος Άρακομ έγινε κατάχλωμος. Σέρνοντας τις μπότες, σιάζοντας τις φούστες, με παγερά βλέμματα και από τις δύο μεριές, αυτό τελικά έγινε, και οι μπροστινές σειρές ήταν γεμάτες άνδρες και γυναίκες με ρίγες στο στήθος, ενώ η δεύτερη είχε μόνο λίγους Δακρυνούς. Πλάι στον Μάιλαν και τους δικούς του στην αρχή του βάθρου είχαν έρθει διπλάσιοι απ’ αυτούς Καιρχινοί άρχοντες και αρχόντισσες, που οι περισσότεροι είχαν γκρίζα μαλλιά και όλοι είχαν ρίγες από το λαιμό σχεδόν ως τα γόνατα, αν και ίσως η λέξη «πλάι» να μην ταίριαζε. Στέκονταν σε δύο ομάδες, που τις χώριζαν τρία ολόκληρα βήματα, και οι μεν κοίταζαν τους δε με τόσο σκληρά βλέμματα, που ήταν σαν να ανέμιζαν τις γροθιές και να φώναζαν. Όλα τα βλέμματα έπεφταν στον Ραντ, και, αν οι Δακρυνοί ήταν εξοργισμένοι, οι Καιρχινοί ήταν ακόμα από πάγο, ο οποίος ελάχιστα είχε λιώσει, όπως έδειχνε ο συλλογισμένος τρόπος που τον μελετούσαν.