Выбрать главу

«Τι ανοησία. Ο καθένας χρειάζεται κάποιον να του φυλά τα νώτα. Ε, αυτή τη φορά είναι ο Ράχβιν. Ακόμα και ο Ρόινταν των Κεραυνοπόρων και ο Τούρολ των Σκυλιών της Πέτρας έχουν φυλάξει τα νώτα άλλων» Κοίταξε το μετέωρο πόδι της, το οποίο κρατούσαν κόντρα στο δόρυ οι ίδιες ροές που της παγίδευαν τα μπράτσα. «Άφησε με και θα μιλήσουμε».

Εκείνος δίστασε μια στιγμή και μετά έλυσε την ύφανση. Ήταν έτοιμος να την ξαναπιάσει, αν χρειαζόταν, όμως αυτή απλώς σταύρωσε τα πόδια και κάθισε παίζοντας το δόρυ στις παλάμες της. «Μερικές φορές ξεχνάω ότι δεν ανατράφηκες κοντά μας, Ραντ αλ’Θόρ. Άκουσέ με. Είμαι αυτό που είμαι. Να τι είμαι». Ζύγιασε το δόρυ.

«Σούλιν―»

«Άκουσε με, Ραντ αλ’Θόρ. Είμαι το δόρυ. Όταν ένας εραστής μου μπήκε ανάμεσα σε μένα και στο δόρυ, διάλεξα το δόρυ. Κάποιες διαλέγουν το άλλο μονοπάτι. Κάποιες αποφασίζουν ότι αρκετό καιρό έτρεξαν με τα δόρατα, ότι θέλουν άντρα, παιδί. Εγώ ποτέ δεν ήθελα τίποτα άλλο. Κανένας αρχηγός δεν θα δίσταζε να με στείλει εκεί που λυσσομανά ο χορός. Αν πέθαινα εκεί, οι πρωταδελφές μου θα με έκλαιγαν, αλλά ούτε ένα νυχάκι περισσότερο απ’ όσο όταν έπεσε ο πρωταδελφός μας. Αν ένας δεδροφονιάς με κάρφωνε στην καρδιά πάνω στον ύπνο μου, θα με τιμούσε περισσότερο απ’ αυτό που κάνεις εσύ. Καταλαβαίνεις τώρα;»

«Καταλαβαίνω, αλλά...» Καταλάβαινε. Η Σούλιν δεν ήθελε να την κάνει ο Ραντ κάτι άλλο απ’ αυτό που ήταν μέσα της. Αρκούσε ένα πράγμα, να ήταν διατεθειμένος να δει το θάνατό της. «Τι θα συμβεί, αν σπάσεις το τελευταίο δόρυ;»

«Αν δεν έχω τιμή σ’ αυτή τη ζωή, ίσως στην επόμενη». Το είπε σαν να ήταν απλώς άλλη μια εξήγηση. Ο Ραντ άργησε μια στιγμή να το καταλάβει. Αρκούσε να ήταν διατεθειμένος να δει το θάνατό της.

«Δεν μου αφήνεις πολλές επιλογές, ε;» Όσες του είχε αφήσει και η Μουαραίν.

«Πάντα υπάρχουν επιλογές, Ραντ αλ’Θόρ. Έχεις εσύ, έχω κι εγώ. Το τζι’ε’τόχ δεν επιτρέπει τίποτα άλλο».

Του ήρθε να της βάλει τις φωνές, να βρίσει το τζι’ε’τόχ και όσους το ακολουθούσαν. «Διάλεξε ποιες Κόρες θέλεις, Σούλιν. Δεν ξέρω πόσους μπορώ να πάρω, όμως οι Φαρ Ντάραϊς Μάι θα έχουν όσα άτομα θα έχουν και οι άλλες κοινωνίες».

Την προσπέρασε, κι αυτήν και το ξαφνικό χαμόγελό της. Δεν ήταν από ανακούφιση. Ήταν από ευχαρίστηση. Ευχαρίστηση, επειδή θα είχε την ευκαιρία να πεθάνει. Έπρεπε να την άφηνε εκεί τυλιγμένη στο σαϊντίν, να την άφηνε εκεί για να την αντιμετωπίσει με κάποιον τρόπο όταν θα επέστρεφε από το Κάεμλυν. Άνοιξε την πόρτα με φούρια και βγήκε στο μόλο ― κι εκεί στάθηκε.

Η Ενάιλα ήταν επικεφαλής μιας σειράς από Κόρες που καθεμιά είχε τρία δόρατα στο χέρι, μιας σειράς που ξεκινούσε από την πόρτα της παράγκας του λιμενάρχη και χανόταν στην κοντινότερη πύλη προς την πόλη. Κάποιοι Αελίτες στο λιμάνι τις κοίταζαν με περιέργεια, αλλά ήταν προφανώς κάτι μεταξύ των Φαρ Ντάραϊς Μάι και του Καρ’α’κάρν, όχι κάτι που αφορούσε τις άλλες κοινωνίες. Η Άμυς και τρεις-τέσσερις ακόμα Σοφές, που κάποτε ήταν Κόρες, παρακολουθούσαν πιο προσεκτικά. Οι περισσότεροι από όσους δεν ήταν Αελίτες είχαν φύγει, με εξαίρεση κάτι λίγους που σήκωναν νευρικά τα κάρα τους και προσπαθούσαν να κοιτάζουν από την άλλη. Η Ενάιλα πλησίασε τον Ραντ και μετά σταμάτησε και χαμογέλασε, καθώς έβγαινε έξω η Σούλιν. Όχι ανακούφιση. Ευχαρίστηση. Χαμόγελα ευχαρίστησης διέτρεξαν τη μακριά εκείνη σειρά από Κόρες. Υπήρχαν χαμόγελα ακόμα και στα πρόσωπα εκείνων των Σοφών, και η Άμυς του απεύθυνε ένα κοφτό νεύμα, σαν να είχε δώσει τέλος σε κάποια ανόητη συμπεριφορά.

«Νόμιζα ότι θα έμπαιναν μια-μια, να σε σώσουν με φιλιά από τη δυστυχία σου», είπε ο Ματ.

Ο Ραντ τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια, ενώ ο Ματ στεκόταν εκεί, στηριγμένος στο δόρυ του, χαμογελαστός, με το πλατύγυρο καπέλο γερμένο πίσω στο κεφάλι του. «Πού βρίσκεις τόσο κέφι;» Η μυρωδιά της καμένης σάρκας ακόμα πλανιόταν στον αέρα, ενώ ηχούσαν τα βογκητά των καμένων που τους φρόντιζαν οι Σοφές.

«Επειδή είμαι ζωντανός», είπε τραχιά ο Ματ. «Τι θες να κάνω, να κλαίω;» Σήκωσε αμήχανα τους ώμους. «Η Άμυς λέει ότι η Εγκουέν θα είναι στ’ αλήθεια μια χαρά σε λίγες μέρες». Τότε κοίταξε γύρω του, αλλά με τρόπο σαν να μην ήθελε να δει αυτά που αντίκριζε. «Που να καώ, αν είναι να το κάνουμε αυτό που λέγαμε, ας το κάνουμε. Ντοβι’άντι σε τόβυα σαγκαίν».

«Τι πράγμα;»

«Είπα, ώρα να ρίξουμε τα ζάρια. Βουίζουν τ’ αυτιά σου μετά τη Σούλιν;»

«Ώρα να ρίξουμε τα ζάρια», συμφώνησε ο Ραντ. Οι φλόγες είχαν σβήσει μέσα στη σαν γυαλί καμινάδα του Αέρα, όμως ο λευκός καπνός ακόμα υψωνόταν, σαν να έκαιγαν ακόμα το τερ’ανγκριάλ οι φλόγες. Μουαραίν, Έπρεπε να είχε... Ό,τι έγινε έγινε. Οι Κόρες είχαν μαζευτεί γύρω από τη Σούλιν, όσες μπορούσαν να χωρέσουν στο μόλο. Ό,τι έγινε έγινε, κι έπρεπε να ζήσει μ’ αυτό. Ο θάνατος θα τον έσωζε απ’ αυτό με το οποίο έπρεπε να ζήσει. «Ας το κάνουμε».