54
Προς το Κάεμλυν
Πεντακόσιες Κόρες στο κατόπι της Σούλιν συνόδευσαν τον Ραντ πίσω, στο Βασιλικό Παλάτι, όπου ο Μπάελ περίμενε στη μεγάλη αυλή μετά τις μπροστινές πύλες μαζί με Κεραυνοπόρους, με Μαύρα Μάτια, με Αναζητητές Νερού και με άνδρες από όλες τις άλλες κοινωνίες, τα πλήθη των οποίων γέμιζαν την αυλή και στριμώχνονταν παντού στο παλάτι μέσα από όλες τις πόρτες, ακόμα και τις πιο μικρές, που ήταν για τους υπηρέτες. Μερικοί παρακολουθούσαν από χαμηλότερα παράθυρα, περιμένοντας τη σειρά τους για να βγουν. Τα πέτρινα μπαλκόνια που κύκλωναν την αυλή ήταν άδεια. Σ’ ολόκληρο το χώρο μονάχα ένας που περίμενε δεν ήταν Αελίτης· οι Δακρυνοί και οι Καιρχινοί —ιδιαίτερα οι Καιρχινοί― δεν πλησίαζαν όταν συγκεντρώνονταν οι Αελίτες. Η εξαίρεση στεκόταν ψηλότερα από τον Μπάελ, στα πλατιά γκρίζα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο παλάτι. Ο Πέβιν, με το πορφυρό λάβαρο να κρέμεται νωθρό από τον ιστό του, ανέκφραστος όπως πάντα, ακόμα και τώρα που τον περικύκλωναν Αελίτες.
Η Αβιέντα, πίσω από τη σέλα του Ραντ, ήταν σφιχτά πιασμένη πάνω του, με τα στήθη της να πιέζουν την πλάτη του, μέχρι τη στιγμή που ξεπέζεψε. Είχε γίνει μια συζήτηση ανάμεσα σ’ αυτήν και σε μερικές Σοφές εκεί στο μόλο, την οποία κανονικά ο Ραντ δεν θα έπρεπε να έχει ακούσει.
«Πήγαινε με το Φως», είχε πει η Άμυς, αγγίζοντας το πρόσωπο της Αβιέντα. «Και φύλαγέ τον καλά. Ξέρεις πόσα εξαρτώνται απ’ αυτόν».
«Πολλά εξαρτώνται και από τους δυο σας», είπε η Μπάιρ στην Αβιέντα, ενώ σχεδόν την ίδια στιγμή η Μελαίν έλεγε ευερέθιστα, «Θα ήταν πιο εύκολο να είχες πετύχει ως τώρα».
Η Σορίλεα ξεφύσηξε. «Στις μέρες μου, ακόμα και οι Κόρες ήξεραν πώς να κουμαντάρουν τους άνδρες».
«Έχει πετύχει περισσότερα απ’ όσα ξέρετε», είπε η Άμυς. Η Αβιέντα κούνησε το κεφάλι της· το φιλντισένιο βραχιόλι με τα τριαντάφυλλα και τα αγκάθια γλίστρησε στον πήχυ της όταν σήκωσε το χέρι για να σταματήσει την άλλη γυναίκα, όμως η Άμυς συνέχισε, παρά τις αδύναμες διαμαρτυρίες της. «Περίμενα να το πει σε όλες μας, αλλά αφού δεν―» Τότε τον είδε να στέκεται μόλις τρία μέτρα πιο πέρα, με τα γκέμια του Τζήντ’εν στο χέρι, και σταμάτησε απότομα να μιλά. Η Αβιέντα γύρισε να δει τι κοίταζε η Άμυς· όταν τον ανακάλυψε το βλέμμα της, το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο, και μετά το χρώμα αποτραβήχτηκε τόσο απότομα που ακόμα και τα ηλιοψημένα μάγουλά της έμοιαζαν χλωμά. Οι τέσσερις Σοφές στύλωσαν πάνω του ανέκφραστα, δυσανάγνωστα βλέμματα.
Ο Ασμόντιαν και ο Ματ τότε ήρθαν πίσω του, περπατώντας και τραβώντας τα άλογά τους από τα χαλινάρια. «Από την κούνια μαθαίνουν οι γυναίκες αυτή τη ματιά;» μουρμούρισε ο Ματ. «Τους τη διδάσκουν οι μητέρες τους; Θα ’λεγα ότι, αν ο κραταιός Καρ’α’κάρν μείνει περισσότερο εδώ, θα του τραβήξουν το αυτάκι».
Κουνώντας το κεφάλι, ο Ραντ άπλωσε τα χέρια, καθώς η Αβιέντα περνούσε το πόδι της πάνω από τη ράχη του πιτσιλωτού αλόγου για να γλιστρήσει κάτω, και την έπιασε. Για μια στιγμή την κράτησε από τη μέση, κοιτώντας τα καθαρά, γαλαζοπράσινα μάτια της. Αυτή δεν τράβηξε το βλέμμα και η έκφρασή της δεν άλλαξε, αλλά τα χέρια της έσφιξαν τους πήχεις του. Τι ήταν αυτό που έπρεπε να πετύχει η Αβιέντα; Ο Ραντ νόμιζε ότι την είχαν βάλει να κατασκοπεύει εκ μέρους των Σοφών, όμως, όταν ρωτούσε κάτι για πράγματα τα οποία ο Ραντ έκρυβε από τις Σοφές, το έκανε με απροκάλυπτο θυμό εναντίον του που της κρατούσε μυστικά. Ποτέ δεν το έκανε πονηρά, ποτέ δεν προσπαθούσε να ξετρυπώσει κάτι. Μπορεί να ήταν ωμή, όμως ποτέ ύπουλη. Ο Ραντ είχε σκεφτεί την πιθανότητα να ήταν σαν μια από τις νεαρές που του είχε στείλει η Κολαβήρ, όμως είχε απορρίψει την ιδέα στο ελάχιστο διάστημα που του είχε πάρει για να τη σκεφτεί. Η Αβιέντα ποτέ δεν θα καταδεχόταν να χρησιμοποιηθεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Εκτός αυτού, ακόμα κι αν το είχε κάνει, ήταν λάθος τρόπος το να του δώσει μια γεύση του εαυτού της και από κει και μετά να του αρνείται ακόμα κι ένα φιλί, πόσο μάλλον που τον είχε αναγκάσει να την κυνηγήσει στην άλλη άκρη του κόσμου. Παρ’ όλο που εμφανιζόταν με περίσσια άνεση γυμνή μπροστά του, τα Αελίτικα έθιμα ήταν διαφορετικά. Αν η σύγχυσή του την ικανοποιούσε, πιθανότατα αυτό συνέβαινε επειδή πίστευε ότι του είχε παίξει ένα ωραίο αστείο. Αρα τι ήταν αυτό που υποτίθεται πως είχε πετύχει; Συνωμοσίες παντού ολόγυρά του. Όλοι μηχανορραφούσαν; Έβλεπε το πρόσωπό του στα μάτια της. Ποιος της είχε δώσει αυτό το ασημένιο περιδέραιο;