Выбрать главу

«Τι σου ’βαλε αγκίστρι στα βράγχια, κορίτσι μου;» Η Σιουάν φορούσε εσθήτα σαν της Ληάνε, αλλά πιο ψιλή απ’ όσο θα φορούσε δημοσίως ακόμα και η Ληάνε, τόσο λεπτή, που δύσκολα καταλάβαινες τι χρώμα ήταν. Ούτε κι αυτό ήταν η πρώτη φορά που το είχε φορέσει σήμερα, Τι είχε στο μυαλό της; Στον Κόσμο των Ονείρων, πράγματα όπως αυτές οι αλλαγές ρούχων πρόδιδαν σκέψεις που μπορεί να μην ήξερες καν ότι τις έκανες. «Δεν ήσουν σχεδόν καθόλου άσχημη παρέα μέχρι σήμερα», συνέχισε η Σιουάν εκνευριστικά και μετά σταμάτησε. «Μέχρι σήμερα. Τώρα καταλαβαίνω. Χθες το απόγευμα η Σέριαμ έβαλε την Τέοντριν να σε βοηθήσει να σπάσεις το φράγμα που έχεις υψώσει. Γι’ αυτό είσαι τσατισμένη; Δεν σου αρέσει να σου λέει η Τέοντριν τι να κάνεις; Είναι κι αυτή αδέσποτη, κορίτσι μου. Αν υπάρχει κάποια που μπορεί να σε βοηθήσει να διαβιβάζεις χωρίς πρώτα να τρως τσουκνίδες, είναι―»

«Κι εσένα τι σε έχει αναστατώσει τόσο και δεν μπορείς να κρατήσεις ένα φουστάνι;» Η Τέοντριν ― αυτό ακριβώς την πονούσε. Η αποτυχία. «Μήπως είναι κάτι που άκουσα χθες το βράδυ;» Η Τέοντριν ήταν πράος άνθρωπος, καλοδιάθετη, υπομονετική· είχε πει ότι δεν θα μπορούσε να γίνει σε μια συνεδρία· το δικό της φράγμα είχε κάνει μήνες για να το γκρεμίσει, και στο τέλος είχε συνειδητοποιήσει ότι διαβίβαζε πολύ προτού πάει στον Πύργο. Πάντως η αποτυχία πονούσε, και, το χειρότερο, αν κανείς ανακάλυπτε ότι είχε κλάψει σαν μωρό στην παρηγορητική αγκαλιά της Τέοντριν όταν είχε καταλάβει την αποτυχία της... «Άκουσα ότι πέταξες τις μπότες του Γκάρεθ Μπράυν στο κεφάλι του όταν σου είπε να κάτσεις και να τις γυαλίσεις σωστά —ακόμα δεν ξέρει ότι τις γυαλίζει η Μιν, ε;― και έτσι σε έβαλε στα γόνατα και σε―»

Το δυνατό χαστούκι της Σιουάν έκανε τα αυτιά της να κουδουνίσουν. Για μια στιγμή, έμεινε να κοιτάζει την άλλη γυναίκα, και τα μάτια της γούρλωσαν. Μ’ ένα ουρλιαχτό δίχως λέξεις, προσπάθησε να χτυπήσει τη Σιουάν στο μάτι. Προσπάθησε, επειδή με κάποιον τρόπο η Σιουάν είχε μπλέξει τη γροθιά της στα μαλλιά της Νυνάβε. Αμέσως βρέθηκαν πεσμένες στο χώμα του δρόμου να κυλιούνται και να τσιρίζουν σε μια βροχή από τρελά χτυπήματα.

Γρυλίζοντας, η Νυνάβε σκέφτηκε ότι κέρδιζε, αν και τις πιο πολλές στιγμές δεν ήξερε ποια ήταν από πάνω και ποια από κάτω. Η Σιουάν προσπαθούσε με το ένα χέρι να της ξεριζώσει την πλεξούδα, ενώ με το άλλο τη γρονθοκοπούσε στα πλευρά ή όπου αλλού έβρισκε, όμως και η Νυνάβε της έκανε τα ίδια, και οι κινήσεις της Σιουάν σίγουρα εξασθενούσαν, κι έτσι η Νυνάβε σε ένα λεπτό θα είχε ρίξει την άλλη αναίσθητη και μετά θα την άφηνε φαλακρή. Η Νυνάβε άφησε μια ψιλή κραυγούλα όταν ένα πόδι τη βάρεσε δυνατά στο καλάμι. Η άλλη κλωτσούσε! Οι κλωτσιές δεν ήταν τίμιος αγώνας!

Ξαφνικά, η Νυνάβε κατάλαβε ότι η Σιουάν σειόταν ολόκληρη. Στην αρχή, της φάνηκε ότι έκλαιγε. Μετά συνειδητοποίησε ότι γελούσε. Η Νυνάβε μισοσηκώθηκε με κόπο, παραμέρισε τρίχες από το πρόσωπό της —η πλεξούδα της είχε σχεδόν λυθεί― και αγριοκοίταξε την άλλη. «Τι γελάς; Γελάς με μένα; Γιατί τότε...!»

«Όχι με σένα. Με μας». Ριγώντας ακόμα από τα γέλια, η Σιουάν έσπρωξε την άλλη από πάνω της. Τα μαλλιά της Σιουάν ήταν άνω-κάτω και το απλό μάλλινο φόρεμα που φορούσε τώρα ήταν γεμάτο σκόνη κι έδειχνε φθαρμένο και μπαλωμένο σε αρκετά σημεία. Κι επίσης ήταν γυμνή. «Δυο μεγάλες γυναίκες να κυλιούνται στο χώμα σαν... Αυτό έχω να το κάνω από τότε που ήμουν... δώδεκα, νομίζω. Στο τέλος, σκέφτηκα ότι το μόνο που λείπει είναι να με πάρει από το αυτί η χοντρο-Κιάν και να μου πει ότι τα κορίτσια δεν παλεύουν. Άκουσα ότι κάποτε είχε ρίξει λιπόθυμο ένα μεθυσμένο τυπογράφο· δεν ξέρω το λόγο». Για μια στιγμή, παραλίγο θα την έπιαναν χαχανητά, και μετά τα κατέπνιξε και σηκώθηκε, τινάζοντας τη σκόνη από τα ρούχα της. «Αν έχουμε μια διαφωνία, μπορούμε να τη λύσουμε σαν ώριμες γυναίκες». Και με προσεκτικό τόνο, «Πάντως, θα ήταν καλή ιδέα να μη συζητάμε για τον Γκάρεθ Μπράυν». Τινάχτηκε από έκπληξη όταν το φθαρμένο φόρεμά της έγινε εσθήτα, κόκκινη, με χρυσοκόκκινα κεντητά στολίσματα στον ποδόγυρο και στο βαθύ ντεκολτέ.