Εστίασε την προσοχή του στον κοντινότερο θάμνο της τριανταφυλλιάς, ένα φυτό ύψους μιας απλωσιάς, και τον φαντάστηκε να αραιώνει, να γίνεται ομιχλώδης. Υπάκουα εκείνος έλιωσε κι εξαφανίστηκε, αλλά, μόλις χάθηκε η εικόνα από το μυαλό του, η τριανταφυλλιά ξαφνικά επανήλθε, ίδια με πριν.
Ο Ραντ ένευσε ψυχρά. Υπήρχαν όρια λοιπόν. Πάντοτε υπήρχαν όρια και κανόνες και δεν τα ήξερε εδώ. Όμως ήξερε τη Δύναμη, όση του είχε μάθει ο Ασμόντιαν και είχε διδαχθεί μόνος του, ενώ το σαϊντίν ήταν ακόμα μέσα του, όλη η γλύκα της ζωής, όλη η σαπίλα του θανάτου. Ο Ράχβιν πρέπει να τον έβλεπε όταν του είχε επιταθεί. Με τη Δύναμη έπρεπε να δεις κάτι για να το επηρεάσεις, ή να ξέρεις ακριβώς πού ήταν σε σχέση με σένα, με ακρίβεια τρίχας. Ίσως εδώ να ήταν αλλιώς, αλλά δεν το πίστευε. Σχεδόν ευχόταν να μην είχε σιωπήσει πάλι ο Λουζ Θέριν. Μπορεί ο άνθρωπος να ήξερε αυτό το μέρος και τους κανόνες του.
Βεράντες και παράθυρα πρόσφεραν θέα στον κήπο, μερικές φορές από ύψος τριών ορόφων. Ο Ράχβιν είχε προσπαθήσει να τον... σβήσει. Άντλησε το μανιασμένο χείμαρρο του σαϊντίν μέσω του ανγκριάλ. Κεραυνοί έσχισαν τον ουρανό, εκατό διχαλωτά ασημένια αστροπελέκια, και περισσότερα, που κάρφωσαν όλα τα παράθυρα, όλα τα μπαλκόνια. Βροντές γέμισαν τον κήπο, κομμάτια πέτρας πετάχτηκαν με σφοδρότητα. Ο αέρας τριζοβολούσε και οι τρίχες στα μπράτσα και το στήθος του προσπάθησαν να σηκωθούν κάτω από το σακάκι του. Ακόμα και οι τρίχες του κεφαλιού του άρχισαν να υψώνονται. Άφησε τους κεραυνούς να καταλαγιάσουν. Εδώ κι εκεί, ξεκολλούσαν κομμάτια από μπαλκόνια και από θρυμματισμένα πέτρινα πλαίσια παράθυρων, ενώ ο πάταγος της πτώσης τους ερχόταν πνιχτός ανάμεσα στους κεραυνούς που ακόμα αντηχούσαν στ’ αυτιά του.
Τρύπες που έχασκαν τον κοίταζαν από κει που πριν υπήρχαν παράθυρα. Έμοιαζαν με κόγχες τερατώδους κρανίου και οι κατεστραμμένες βεράντες ήταν σαν δώδεκα σχισμένα στόματα. Αν βρίσκονταν κάπου εκεί ο Ράχβιν, σίγουρα ήταν νεκρός. Ο Ραντ δεν θα το πίστευε, αν δεν έβλεπε το πτώμα του. Ήθελε να δει τον Ράχβιν νεκρό.
Με τα δόντια γυμνωμένα σ’ ένα γρύλισμα που δεν το αντιλαμβανόταν, γύρισε με μεγάλα βήματα να ξαναμπεί στο παλάτι. Ήθελε να δει τον Ράχβιν να πεθαίνει.
Η Νυνάβε ρίχτηκε κάτω μπρούμυτα και σύρθηκε στο πάτωμα του διαδρόμου, καθώς κάτι έκοβε τον κοντινότερο τοίχο. Η Μογκέντιεν έπεσε κι αυτή κάτω εξίσου γρήγορα, αλλά, αν δεν το είχε κάνει, θα την είχε τραβήξει η Νυνάβε κάτω με το α’ντάμ. Ποιος άραγε το είχε κάνει, ο Ραντ ή ο Ράχβιν; Είχε δει τέτοιες στήλες λευκής φωτιάς, υγρού φωτός, στο Τάντσικο, και δεν ήθελε να ξαναβρεθεί κοντά τους. Δεν ήξερε τι ήταν, και δεν ήθελε να μάθει. Θέλω να Θεραπεύω, που να καούν και οι δύο αυτοί ανόητοι, όχι να μάθω ένα φανταχτερό τρόπο για να σκοτώνω!
Ανασηκώθηκε και κάθισε ζαρωμένη, κοίταξε πίσω, εκεί απ’ όπου είχαν έρθει. Τίποτα. Ένας άδειος διάδρομος του παλατιού. Με μια χαρακιά μήκους τριών μέτρων και στους δύο τοίχους, ίσια και με ομαλές άκρες, σαν να την είχαν ανοίξει λιθοξόοι, ενώ κομμάτια ταπισερί ήταν πεσμένα στο πάτωμα. Οι άνδρες δεν φαίνονταν πουθενά. Ως τώρα δεν τους είχε δει ούτε φευγαλέα. Μόνο το έργο τους. Μερικές φορές, αυτό το έργο παραλίγο θα ήταν η ίδια. Καλά που μπορούσε να πάρει το θυμό της Μογκέντιεν, να διώξει τον τρόμο που πάλευε να ξεφύγει, και ...να τον αφήσει να την ποτίσει. Ο δικός της θυμός ήταν ένα αξιολύπητο πραγματάκι, το οποίο δεν θα τη βοηθούσε ούτε καν να νιώσει την Αληθινή Πηγή, πόσο μάλλον να διαβιβάσει τη ροή του Πνεύματος που την κρατούσε στον Τελ’αράν’ριοντ.
Η Μογκέντιεν ήταν ζαρωμένη, με τα γόνατα διπλωμένα, προσπαθώντας να κάνει εμετό χωρίς να βγαίνει τίποτα. Είχε θελήσει πάλι να βγάλει το α’ντάμ. Η διάθεση της για συνεργασία είχε εξανεμιστεί γρήγορα, μόλις είχαν ανακαλύψει τον Ραντ και τον Ράχβιν στον Τελ’αράν’ριοντ. Το να προσπαθήσεις να βγάλεις το κολάρο όταν ήταν στο λαιμό σου ήταν αρκετή τιμωρία από μόνο του. Τουλάχιστον αυτή τη φορά η Μογκέντιεν δεν είχε τίποτα άλλο στο στομάχι της για να βγάλει.
«Σε παρακαλώ». Η Μογκέντιεν έπιασε τη Νυνάβε από τη φούστα. «Σου λέω, πρέπει να φύγουμε». Ο πανικός έκανε τη φωνή της οδυνηρή στο άκουσμα. Ο έξαλλος τρόμος της Μογκέντιεν καθρεφτιζόταν και στο πρόσωπό της. «Είναι εδώ με σάρκα και οστά. Με σάρκα και οστά!»