Выбрать главу

Αφηρημένα, αλλά και με κάποιο ρίγος, αναρωτήθηκε αν το ότι είχε ξαναγεννηθεί με τέτοιον τρόπο σήμαινε ότι ήταν καινούριος άνθρωπος. Μάλλον όχι. Η αθανασία είχε χαθεί. Ήταν ένα δώρο του Μεγάλου Άρχοντα· αυτό το όνομα χρησιμοποιούσε στο νου του, κι ας απαιτούσε ο αλ’Θόρ ό,τι ήθελε από τη γλώσσα του Αυτή ήταν αρκετή απόδειξη ότι ήταν ο ίδιος. Η αθανασία είχε χαθεί —ήξερε ότι ήταν η φαντασία του, όμως μερικές φορές του φαινόταν ότι ένιωθε τον χρόνο να τον σέρνει, να τον τραβά προς έναν τάφο, τον οποίο δεν είχε σκεφτεί ποτέ του ότι θα συναντούσε― και όταν αντλούσε το λίγο σαϊντίν που μπορούσε, ήταν σαν να πίνει λύματα. Κάθε άλλο παρά λύπη ένιωθε για το θάνατο της Λανφίαρ. Και του Ράχβιν επίσης, αλλά ειδικά για τη Λανφίαρ, εξαιτίας όσων του είχε κάνει. Θα γελούσε όταν πέθαιναν και οι άλλοι, και πιο πολύ για τον τελευταίο. Όχι ότι είχε ξαναγεννηθεί ως καινούριος άνθρωπος, όμως θα κρατιόταν από κείνη την τούφα του γρασιδιού στο χείλος του γκρεμού όσο μπορούσε. Οι ρίζες κάποια στιγμή θα ξεκολλούσαν, θα ερχόταν η στιγμή της μεγάλης πτώσης, όμως μέχρι τότε θα ήταν ακόμα ζωντανός.

Άνοιξε μια πορτούλα, σκοπεύοντας να βρει το δρόμο για το κελάρι. Εκεί θα πρέπει να υπήρχε κάποιο καλό κρασί. Ένα βήμα, και σταμάτησε, ενώ το πρόσωπό του έγινε κάτασπρο. «Εσύ; Όχι!» Η λέξη ακόμα έπλεε στον αέρα όταν τον βρήκε ο θάνατος.

Η Μοργκέις σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό της και μετά ξανάχωσε το μαντήλι στο μανίκι της κι έσιαξε πάλι το ψάθινο καπέλο της που είχε αρχίσει να διαλύεται. Τουλάχιστον, είχε καταφέρει να βρει ένα σωστό φόρεμα ιππασίας, αν και σ’ αυτή τη ζέστη ακόμα και το φίνο γκρίζο μαλλί ήταν ενοχλητικό. Για την ακρίβεια, το είχε βρει ο Τάλανβορ. Άφησε το άλογό της να συνεχίσει μόνο του και κοίταξε τον ψηλό νεαρό που προχωρούσε καβάλα στ’ άλογό του πιο μπροστά, ανάμεσα στα δένδρα. Το στρουμπουλό κορμί του Μπέηζελ Γκιλ απλώς τόνιζε πόσο ψηλός και γυμνασμένος ήταν ο Τάλανβορ. Της είχε δώσει το φόρεμα λέγοντας ότι της ταίριαζε καλύτερα από το άλλο το τριμμένο που φορούσε όταν το έσκαγαν από το παλάτι, κοιτάζοντάς την αφ’ υψηλού, χωρίς να ανοιγοκλείνει τα μάτια, χωρίς να πει ούτε μια λέξη που να δείχνει σεβασμό. Φυσικά, η ίδια είχε αποφασίσει ότι δεν ήταν ασφαλές για κανέναν να ξέρει ποια ήταν, ειδικά όταν είχε ανακαλύψει ότι ο Γκάρεθ Μπράυν έλειπε από το Κορ Σπρινγκς· μα ήταν ανάγκη να έχει φύγει για να κυνηγήσει εμπρηστές τώρα που τον χρειαζόταν; Δεν είχε σημασία· μια χαρά θα τα έβγαζε πέρα και χωρίς αυτόν. Αλλά υπήρχε κάτι ενοχλητικό στο βλέμμα του Τάλανβορ όταν την αποκαλούσε απλώς Μοργκέις.

Αναστέναξε και κοίταξε πίσω, πάνω από τον ώμο της. Εκείνο το θηρίο, ο Λάμγκουιν, προχωρούσε καβάλα, παρακολουθώντας το δάσος, με την Μπριάνε στο πλευρό του, που κοίταζε πιο πολύ αυτόν παρά οτιδήποτε άλλο. Ο στρατός της δεν είχε αυξηθεί καθόλου μετά το Κάεμλυν. Πολλοί άνθρωποι είχαν ακούσει για αναίτιες εξορίες ευγενών και άδικους νόμους στην πρωτεύουσα και αποκρίνονταν με σαρκασμό ακόμα και στον πιο ανέμελο υπαινιγμό ότι θα έπρεπε να βοηθήσουν τη δικαιωματική κυβερνήτριά τους. Η Μοργκέις αμφέβαλλε αν θα άλλαζε κάτι, αν ήξεραν ποια τους μιλούσε. Να ’τη, λοιπόν, εδώ, να περνά την Αλτάρα, ταξιδεύοντας όσο το δυνατόν περισσότερο μέσα στο δάσος, επειδή οι ομάδες των ένοπλων ανδρών έμοιαζαν να είναι παντού· ταξίδευε μέσα στο δάσος παρέα μ’ έναν σημαδεμένο μικροκακοποιό, με μια θολωμένη από το κρασί αριστοκράτισσα που ήταν πρόσφυγας από την Καιρχίν, με έναν σωματώδη πανδοχέα στον οποίο ερχόταν να γονατίσει κάθε φορά που τον κοίταζε, και με έναν νεαρό αξιωματικό που μερικές φορές την κοίταζε σαν να φορούσε τα φορέματα που άλλοτε φορούσε για τον Γκάεμπριλ. Και ήταν και η Λίνι, φυσικά. Δεν μπορούσε να ξεχάσει τη Λίνι.

Λες και την είχε προσκαλέσει η σκέψη, η γριά παραμάνα της έφερε το άλογό της πιο κοντά. «Καλύτερα να έχεις το βλέμμα μπροστά», είπε χαμηλόφωνα. «“Το λιονταράκι ορμά πιο γρήγορα, εκεί που δεν το περιμένεις”».

«Νομίζεις ότι ο Τάλανβορ είναι επικίνδυνος;» είπε η Μοργκέις με έντονο ύφος και η Λαν την κοίταξε λοξά, συλλογισμένα.

«Μόνο με τον τρόπο που μπορεί να είναι επικίνδυνος οποιοσδήποτε άνδρας. Καλοκαμωμένος, δεν βρίσκεις; Από μπόι άλλο τίποτα.. Δυνατά χέρια, νομίζω. “Άδικα αφήνεις το μέλι να παλιώσει προτού το φας”».

«Λίνι», είπε η Μοργκέις με προειδοποιητικό τόνο. Τον τελευταίο καιρό, η ηλικιωμένη γυναίκα έλεγε τέτοια πράγματα πολύ συχνά. Ο Τάλανβορ ήταν όμορφος άνδρας, τα χέρια του φαίνονταν δυνατά και είχε ωραίους μυς, όμως αυτός ήταν νεαρός κι αυτή βασίλισσα. Το τελευταίο που χρειαζόταν ήταν να αρχίσει να τον βλέπει ως άνδρα αντί για υπήκοό της και στρατιώτη. Έκανε να το πει αυτό στη Λίνι —κι επίσης ότι είχε χάσει τα λογικά της, αν πίστευε ότι η ίδια θα έμπλεκε με άνδρα που ήταν δέκα χρόνια νεότερος της· σίγουρα τόση διαφορά είχαν― όμως ο Τάλανβορ και ο Γκιλ επέστρεφαν. «Πρόσεχε τα λόγια σου, Λίνι. Αν βάλεις ανόητες ιδέες στο μυαλό αυτού του νεαρού, θα σε παρατήσω πουθενά». Η Λίνι ξεφύσηξε με τρόπο που, αν το είχε κάνει ακόμα και ένας ανώτερος ευγενής του Άντορ στη Μοργκέις, θα τον είχε ρίξει στο κελί για να σκεφτεί καλύτερα την πράξη του. Αν είχε ακόμα το θρόνο της, αυτό θα έκανε.