Выбрать главу

Ο Κόρμαν, ένας από τους Αελίτες στο πεζούλι, σήκωσε το βλέμμα στον Ματ, όταν εκείνος έπαψε να τραγουδά. Μια λευκή ουλή διέσχιζε λοξά το πρόσωπό του. «Μάτριμ Κώθον, είσαι σχεδόν εξίσου καλώς στα μαχαίρια όσο και στα ζάρια. Να βάλουμε ένα τέλος; Σκοτεινιάζει».

«Το φως φτάνει με το παραπάνω». Ο Ματ κοίταξε τον ουρανό, μισοκλείνοντας τα μάτια· απαλές σκιές είχαν σκεπάσει τα πάντα στην κοιλάδα του Ρουίντιαν, τουλάχιστον όμως ο ουρανός πρόσφερε ανοιχτόχρωμο φόντο για να διακρίνεις. «Η γιαγιά μου θα με ανάγκαζε να σημαδέψω ακόμα και τώρα. Θα τα κατάφερνα και με δεμένα τα μάτια».

Ο Τζένρικ, ο άλλος Αελίτης που καθόταν ανακούρκουδα, κοίταξε τους θεατές ολόγυρα. «Έχει γυναίκες εδώ;» Ήταν γεροδεμένος σαν αρκούδα και θεωρούσε τον εαυτό του ευφυολόγο. «Οι άνδρες μιλάνε έτσι μόνο όταν θέλουν να εντυπωσιάσουν μια γυναίκα». Οι Κόρες που ήταν ανακατεμένες με το πλήθος γέλασαν δυνατά, όσο και οι υπόλοιποι όταν το άκουσαν, ίσως δυνατότερα.

«Νομίζεις ότι δεν μπορώ;» μουρμούρισε ο Ματ, βγάζοντας απότομα το μαντήλι που φορούσε γύρω από το λαιμό του για να κρύβει την ουλή που είχε από τότε που τον είχαν κρεμάσει. «Πρόσεξε μόνο να φωνάξεις “τώρα” όταν το πετάξεις, Κόρμαν». Έδεσε βιαστικά με το μαντήλι τα μάτια του και τράβηξε ένα μαχαίρι από το μανίκι του. Ο πιο δυνατός ήχος που ακουγόταν ήταν οι ανάσες των θεατών. Δεν είμαι μεθυσμένος; Είμαι πιο ζαλισμένος κι από μαθητευόμενο βιολιτζή. Κι όμως, ξαφνικά ένιωσε την τύχη του, ένιωσε εκείνη τον χείμαρρο, όπως τον ένιωθε κάθε φορά που ήξερε ποια πλευρά θα έδειχναν τα ζάρια προτού σταματήσουν να στριφογυρίζουν. Ένιωσε το κεφάλι του να καθαρίζει λιγάκι. «Πέτα το», μουρμούρισε γαλήνια.

«Τώρα», φώναξε ο Κόρμαν και το χέρι του Ματ πετάχτηκε πίσω και ύστερα μπροστά.

Μέσα στη σιγαλιά, το ντουπ του ατσαλιού που καρφωνόταν σε ξύλο ήταν δυνατό όσο και η κλαγγή του στόχου που έπεφτε στο πλακόστρωτο.

Κανείς δεν έβγαλε λέξη, καθώς ο Ματ ξανακατέβαζε το μαντήλι στο λαιμό του. Στα ανοιχτά, μπροστά τους, βρισκόταν ένα κομμάτι από μπράτσο καρέκλας ίσαμε την παλάμη του χεριού του, με τη λεπίδα του Ματ χωμένη στο κέντρο του. Απ’ ό,τι φαινόταν, ο Κόρμαν είχε προσπαθήσει να μειώσει κι άλλο τις πιθανότητές του. Εν πάση περιπτώσει, ο Ματ δεν είχε πει τι στόχος έπρεπε να είναι. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν είχε καν βάλει στοίχημα.

Στο τέλος ένας άνθρωπος του Καντίρ είπε, σχεδόν φωνάζοντας, «Μα έχει την τύχη του Σκοτεινού!»

«Η τύχη είναι άλογο που το καβαλάμε σαν όλα τα άλλα», μονολόγησε ο Ματ. Δεν είχε σημασία από πού προερχόταν τέτοια τύχη. Όχι ότι ήξερε από πού προερχόταν, απλώς προσπαθούσε να την καβαλήσει όσο μπορούσε καλύτερα.

Ο Τζένρικ, μιλώντας κι αυτός επίσης χαμηλόφωνα, τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. «Τι είπες, Μάτριμ Κώθον;»

Ο Ματ άνοιξε το στόμα για να επαναλάβει τα λόγια του και ύστερα το ξανάκλεισε, μόλις οι λέξεις εμφανίστηκαν ξεκάθαρες στο μυαλό του. Σένε σόβυα καμπα’ντόντε άιν ντοβιένυα. Η Παλιά Γλώσσα. «Τίποτα», μουρμούρισε. «Μόνος μου μιλάω». Οι θεατές είχαν αρχίσει να απομακρύνονται. «Μάλλον έτσι είναι, το φως λιγοστεύει και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε».

Ο Κόρμαν πάτησε το ξύλο για να ξεκολλήσει το μαχαίρι του Ματ και του το επέστρεψε. «Ίσως ξανά κάποια άλλη φορά, Μάτριμ Κώθον, κάποια μέρα». Ήταν ο τρόπος των Αελιτών για να πουν “ποτέ”, όταν δεν ήθελαν να το πουν ευθέως.

Ο Ματ ένευσε, καθώς ξανάχωνε τη λεπίδα σε μια από τις θήκες μέσα στο μανίκι του· το ίδιο είχε γίνει και τότε που είχε φέρει έξι εξάρια είκοσι τρεις φορές στη σειρά. Δεν μπορούσε να τους κατηγορήσει. Το να είσαι τυχερός ήταν λιγότερο ευχάριστο απ’ όσο θα φανταζόταν κανείς. Πρόσεξε με κάποια ζήλια ότι οι δύο Αελίτες δεν τρέκλιζαν καθόλου, καθώς ακολουθούσαν το πλήθος που αναχωρούσε.

Ο Ματ πέρασε το χέρι από τα μαλλιά του και κάθισε βαριά στο πεζούλι. Οι αναμνήσεις που παλιά γέμιζαν το κεφάλι του όπως οι σταφίδες το γλυκό, τώρα είχαν γίνει ένα με τις δικές του. Με το ένα μέρος του μυαλού του ήξερε ότι είχε γεννηθεί στους Δύο Ποταμούς πριν από είκοσι χρόνια, αλλά θυμόταν καθαρά ότι είχε ηγηθεί στην πλάγια επίθεση, η οποία είχε απωθήσει τους Τρόλοκ στο Μαϊγκάντε, θυμόταν που χόρευε στην αυλή της Ταρμαντεγουίν, κι εκατό άλλα πράγματα, χίλια άλλα. Ως επί το πλείστον μάχες. Θυμόταν να πεθαίνει περισσότερες φορές απ’ όσο άντεχε να το σκέφτεται. Δεν υπήρχαν πια όρια μεταξύ των αναμνήσεων· δεν διέκρινε πια τις δικές του αναμνήσεις από τις άλλες, παρά μόνο όταν συγκεντρωνόταν.

Απλώνοντας το χέρι του πίσω, έστησε το πλατύγυρο καπέλο στο κεφάλι του και ακούμπησε το παράξενο δόρυ στα γόνατά του. Αντί για συνηθισμένη αιχμή, είχε κάτι που έμοιαζε να είναι λεπίδα σπαθιού, μήκους εξήντα πόντων, σημαδεμένη με δυο κοράκια. Ο Λαν είχε πει ότι αυτή η λεπίδα είχε κατασκευαστεί με τη Μία Δύναμη στον Πόλεμο της Σκιάς, τον Πόλεμο της Δύναμης· ο Πρόμαχος ισχυριζόταν ότι ποτέ δεν θα χρειαζόταν ακόνισμα και ποτέ δεν θα έσπαζε. Ο Ματ δεν έδινε ιδιαίτερη βάση στο ότι δεν θα έσπαζε. Μπορεί η λεπίδα να είχε αντέξει τρεις χιλιάδες χρόνια, όμως ο ίδιος δεν εμπιστευόταν τη Δύναμη. Μια παράξενη ελικοειδής γραφή διέτρεχε το μαύρο κοντάρι, με ένα κοράκι στην αρχή και στο τέλος να την πλαισιώνουν, σφηνωμένα και φτιαγμένα από κάποιο μέταλλο που ήταν πιο σκούρο κι από το ξύλο. Ήταν στην Παλιά Γλώσσα, όμως φυσικά τώρα μπορούσε να τη διαβάσει.