Выбрать главу
Έτσι γράφεται η συνθήκη μας· έτσι γίνεται η συμφωνία. Η σκέψη είναι το βέλος του χρόνου· η μνήμη δεν σβήνει ποτέ. Αυτό που ζητήθηκε, δόθηκε. Το τίμημα πληρώθηκε.

Πιο κάτω στον πλατύ δρόμο, μισό μίλι παραπέρα, υπήρχε μια πλατεία που στις περισσότερες πόλεις θα τη θεωρούσαν μεγάλη. Οι Αελίτες πραματευτές είχαν φύγει για τη νύχτα, όμως έμεναν ακόμα εκεί τα περίπτερα που είχαν στήσει, φτιαγμένα από το ίδιο γκριζοκαφέ μαλλί που χρησιμοποιούνταν για τις Αελίτικες σκηνές. Εκατοντάδες πραματευτές είχαν έρθει στο Ρουίντιαν απ’ όλα τα μέρη της Ερημιάς, και καθημερινά κατέφθαναν κι άλλοι. Οι πραματευτές ήταν οι πρώτοι που είχαν αρχίσει να μένουν στην πόλη.

Ο Ματ δεν ήθελε να κοιτάξει από την άλλη μεριά, προς τη μεγάλη πλατεία. Διέκρινε τις μορφές των αμαξών του Καντίρ, που θα τις φόρτωναν και με άλλα πράγματα την επόμενη μέρα. Υπήρχε ένα αντικείμενο σαν στρεβλωμένη πόρτα από κοκκινόπετρα, που το είχαν φορτώσει νωρίτερα το απόγευμα· η Μουαραίν είχε δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο να το δέσουν σταθερά, όπως ακριβώς ήθελε.

Ο Ματ δεν ήξερε τι γνώριζε η Μουαραίν για εκείνο το αντικείμενο —και δεν θα τη ρωτούσε· θα ’ταν καλύτερα να τον ξεχνούσε η Άες Σεντάι, αν και ήταν απίθανο αυτό― αλλά ό,τι κι αν ήξερε εκείνη, ήταν σίγουρος ότι αυτός ήξερε περισσότερα. Είχε μπει εκεί μέσα, ένας ανόητος που ζητούσε απαντήσεις. Και για τον κόπο του είχε αποκτήσει ένα κεφάλι γεμάτο με αναμνήσεις άλλων. Κι επίσης είχε πεθάνει. Έστρωσε το μαντήλι να κρύψει καλύτερα το λαιμό του. Κι επίσης είχε αποκτήσει δύο άλλα αντικείμενα. Ένα ασημένιο μενταγιόν με μια κεφαλή αλεπούς, το οποίο φορούσε κατάσαρκα, και το όπλο που είχε απιθώσει στα γόνατά του. Σιγά την αποζημίωση. Αγγιξε με το χέρι τη γραφή. Η μνήμη δεν σβήνει ποτέ. Εκείνοι που βρίσκονταν από την άλλη πλευρά της πόρτας είχαν ίδια αίσθηση του χιούμορ με τους Αελίτες.

«Το κάνεις συνέχεια αυτό;»

Τίναξε το κεφάλι για να κοιτάξει την Κόρη που μόλις είχε καθίσει δίπλα του. Ήταν ψηλή ακόμα και για Αελίτισσα, μπορεί να ξεπερνούσε και τον ίδιο στο μπόι, και είχε μαλλιά σαν δουλεμένο χρυσάφι και μάτια στο χρώμα του καθαρού πρωινού ουρανού. Ήταν μεγαλύτερή του, ίσως δέκα χρόνια, όμως αυτό ποτέ δεν τον ενοχλούσε. Από την άλλη μεριά όμως, ήταν Φαρ Ντάραϊς Μάι.

«Είμαι η Μελίντρα», συνέχισε, «της σέπτας Τζουμάι. Το κάνεις συνέχεια αυτό;»

Ο Ματ κατάλαβε ότι η Κόρη εννοούσε το πέταγμα του μαχαιριού. Είχε πει τη σέπτα της, αλλά δεν είχε μιλήσει για φατρία. Οι Αελίτες ποτέ δεν το έκαναν αυτό. Εκτός αν... Πρέπει να ήταν οι Κόρες του Σάιντο που είχαν έρθει στο πλευρό του Ραντ. Δεν τα καταλάβαινε όλα αυτά περί κοινωνιών, αλλά για το Σάιντο, θυμόταν καλά που είχαν αποπειραθεί να τον σουβλίσουν με τα δόρατά τους. Του Κουλάντιν δεν του άρεσαν όσοι είχαν σχέση με τον Ραντ, και όσους μισούσε ο Κουλάντιν, τους μισούσαν και οι Σάιντο. Από την άλλη όμως, η Μελίντρα είχε έρθει εδώ στο Ρουίντιαν. Και ήταν Κόρη. Αλλά στο πρόσωπό της ήταν χαραγμένο ένα χαμογελάκι· το βλέμμα της έμοιαζε με φως που προσκαλούσε.

«Συνήθως», είπε ειλικρινά. Ακόμα κι όταν δεν την ένιωθε, είχε αρκετά καλή τύχη· όταν την ένιωθε, τότε ήταν τέλεια. Η Μελίντρα γέλασε πνιχτά, το χαμόγελό της πλάτυνε, σαν να νόμιζε ότι ο Ματ κόμπαζε. Του φαινόταν ότι οι γυναίκες έβγαζαν απόφαση για το αν έλεγες ψέματα ή όχι δίχως καν να κοιτάξουν τις αποδείξεις. Από την άλλη όμως, αν σε συμπαθούσαν, τότε ή δεν τις ένοιαζε ή δέχονταν για αλήθεια ακόμα και το πιο εξωφρενικό ψέμα.

Οι Κόρες ήταν επικίνδυνες, όποια κι αν ήταν η φατρία τους —όλες οι γυναίκες ήταν επικίνδυνες· το είχε μάθει μόνος του― όμως δεν ήταν ένα απλό βλέμμα αυτό που έβλεπε στα μάτια της Μελίντρα.

Άπλωσε το χέρι στα κέρδη του και έβγαλε ένα περιδέραιο από χρυσές σπείρες, μ’ ένα βαθυγάλανο ζαφείρι στο κέντρο της καθεμιάς, που το μεγαλύτερο ήταν όσο η πρώτη φάλαγγα του αντίχειρά του. Θυμόταν τον καιρό —ήταν δική του ανάμνηση αυτή― που και το μικρότερο απ’ αυτά τα πετράδια θα τον έκανε να λουστεί στον ιδρώτα.