Выбрать главу

«Θα πηγαίνουν ωραία με τα μάτια σου», είπε, αφήνοντας τη βαριά πλεξούδα στα χέρια της. Δεν είχε δει ποτέ Κόρες να φοράνε κανενός είδους μπιχλιμπίδι, όμως η εμπειρία του του έλεγε ότι σ’ όλες τις γυναίκες άρεσαν τα κοσμήματα. Κατά παράξενο τρόπο, τους άρεσαν σχεδόν εξίσου τα λουλούδια. Δεν το καταλάβαινε, αλλά δεν δίσταζε να παραδεχτεί ότι καταλάβαινε τις γυναίκες λιγότερο απ’ όσο καταλάβαινε την τύχη του κι αυτό που του είχε συμβεί στην άλλη πλευρά εκείνης της στρεβλωμένης πόρτας.

«Μαστόρικη δουλειά», του είπε εκείνη, υψώνοντας το περιδέραιο. «Δέχομαι την προσφορά σου». Το στολίδι χάθηκε στο πουγκί της ζώνης της κι έσκυψε κοντά του για να του σπρώξει το καπέλο πίσω και να φανερώσει το πρόσωπό του.

«Έχεις ωραία μάτια. Είναι σαν σκούρος γυαλισμένος χαλαζίας». Έστριψε και ανέβασε τα πόδια της στο πεζούλι και κάθισε αγκαλιάζοντας τα γόνατά της, κοιτώντας τον με προσηλωμένο βλέμμα. «Οι δοραταδελφές μου μου έχουν πει για σένα».

Ο Ματ ξανάφερε το καπέλο στη θέση του και την κοίταξε επιφυλακτικά κάτω από το γείσο. Τι της είχαν πει; Και τι “προσφορά” ήταν αυτή; Απλώς της είχε δώσει ένα περιδέραιο. Τα μάτια της δεν τον προσκαλούσαν τώρα· έμοιαζε με γάτα που εξετάζει ποντίκι. Αυτό ήταν το κακό με τις Κόρες του Δόρατος. Μερικές φορές δεν ήξερες αν ήθελαν να χορέψουν μαζί σου, να σε φιλήσουν ή να σε σκοτώσουν.

Ο δρόμος άδειαζε, οι σκιές βάραιναν, όμως ο Ματ αναγνώρισε τον Ραντ που κατηφόριζε με την πίπα σφιγμένη ανάμεσα στα χείλη. Ήταν ο μόνος άνδρας στο Ρουίντιαν που μπορεί να περπατούσε μαζί με ένα τσούρμο Φαρ Ντάραϊς Μάι. Όλο γύρω του είναι, σκέφτηκε ο Ματ. Τον φυλάνε σαν κοπάδι λύκαινες, τρέχουν να κάνουν ό,τι τους λέει. Μπορεί κάποιοι να τον ζήλευαν γι’ αυτό. Όχι όμως ο Ματ. Συνήθως όχι. Αν όμως ήταν μια παρέα κοπέλες σαν την Ισέντρε...

«Με συγχωρείς μια στιγμή», είπε βιαστικά στη Μελίντρα. Στηρίχτηκε με το δόρυ στο χαμηλό τοιχάκι που κύκλωνε το σιντριβάνι και τινάχτηκε, αρχίζοντας αμέσως να τρέχει. Το κεφάλι του ακόμα βούιζε, όχι όμως τόσο δυνατά όσο νωρίτερα, και τα πόδια του δεν τρέκλιζαν. Δεν ανησυχούσε για τα κέρδη του. Οι Αελίτες είχαν σαφείς απόψεις για το τι επιτρεπόταν: άλλο πράγμα ήταν τα λάφυρα σε επιδρομή και άλλο πράγμα η κλοπή. Οι άνδρες του Καντίρ είχαν μάθει να μην απλώνουν το χέρι, όταν είχε συλληφθεί ένας δικός τους να κλέβει. Οι Αελίτες, αφού πρώτα τον έδειραν τόσο άγρια που έμεινε γυμνός, τον είχαν διώξει. Το ένα ασκί που τον άφησαν να πάρει δεν θα του αρκούσε ως το Δρακότειχος, ακόμα κι αν είχε τα ρούχα του. Τώρα οι άνθρωποι του Καντίρ αν έβρισκαν κανένα χάλκινο στο δρόμο, δεν θα το μάζευαν.

«Ραντ;» Αυτός συνέχισε να προχωρά με την κουστωδία του. «Ραντ;» Ο Ραντ δεν ήταν ούτε δέκα βήματα πιο πέρα, όμως ούτε που κοντοστάθηκε. Μερικές Κόρες κοίταξαν πίσω τους, όχι όμως ο Ραντ. Ο Ματ ένιωσε ξαφνικό σύγκρυο, που δεν είχε να κάνει με την νύχτα που έπεφτε. Έγλειψε τα χείλη του και ξαναμίλησε, χωρίς να φωνάξει. «Λουζ Θέριν». Και ο Ραντ γύρισε. Ο Ματ σχεδόν ευχόταν να μην το είχε κάνει.

Για λίγη ώρα έμειναν απλώς να κοιτάζονται στο σούρουπο. Ο Ματ δίσταζε να τον σιμώσει. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι ο λόγος ήταν οι Κόρες. Η Αντελίν ήταν από κείνες που του είχαν μάθει κάτι που το θεωρούσαν παιχνίδι, το Φιλί της Κόρης, που δεν θα το ξεχνούσε ποτέ του· ούτε και θα το ξανάπαιζε, αν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Κι επίσης ένιωθε τη ματιά της Ενάιλα σαν τρυπάνι που του άνοιγε το κρανίο. Μα ήταν δυνατόν να αγριεύει έτσι μια γυναίκα, σαν γάτα που την κέντρισες, μόνο και μόνο επειδή της είπες ότι ήταν το πιο ωραίο λουλουδάκι που έχεις δει ποτέ σου;

Πάρε τον Ραντ, τώρα. Μαζί είχαν μεγαλώσει οι δυο τους. Αυτοί και ο Πέριν, ο μαθητευόμενος σιδεράς του Πεδίου του Έμοντ, κυνηγούσαν μαζί, ψάρευαν μαζί, τριγυρνούσαν στους Λόφους της Αμμου ως εκεί που άρχιζαν τα Όρη της Ομίχλης, έστρωναν να κοιμηθούν κάτω από τα άστρα. Ο Ραντ ήταν φίλος του. Μόνο που τώρα ήταν από τους φίλους που μπορούσαν να σου τσακίσουν το κεφάλι άθελά τους. Ο Πέριν μπορεί να ήταν νεκρός, εξαιτίας του Ραντ.

Βίασε τον εαυτό του να πλησιάσει τον άλλο άνδρα τόσο κοντά, που, αν άπλωνε το χέρι, θα τον άγγιζε. Ο Ραντ ήταν σχεδόν ένα κεφάλι ψηλότερος και στη σκοτεινιά του δειλινού έμοιαζε ακόμα πιο ψηλός. Πιο ψυχρός απ’ όσο άλλοτε. «Κάτι σκεφτόμουν, Ραντ». Ο Ματ ευχήθηκε να μην είχε βγει τόσο βραχνή η φωνή του. Έλπισε ότι αυτή τη φορά ο Ραντ θα απαντούσε στο όνομά του. «Λείπω πολύ καιρό από το σπίτι».

«Και οι δύο», είπε μαλακά ο Ραντ. «Πολύ καιρό». Ξαφνικά γέλασε, όχι δυνατά, αλλά σχεδόν σαν τον παλιό Ραντ. «Νοστάλγησες που άρμεγες τις αγελάδες του πατέρα σου;»

Ο Ματ έξυσε το αυτί του, χαμογελώντας λιγάκι. «Όχι ακριβώς αυτό». Δεν ήθελε να ξαναδεί ποτέ του αχυρώνα από μέσα. «Αλλά σκεφτόμουν ότι, όταν φύγουν οι άμαξες του Καντίρ, θα μπορούσα να πάω μαζί τους».