Η Ηλαίην συνέχισε να ντύνεται και τελείωσε προτού ολοκληρώσει την ιστορία της. «Τα υπόλοιπα θα στα πω αργότερα», είπε βιαστικά και βγήκε τρέχοντας από την πόρτα.
Η Νυνάβε μούγκρισε και πήγε να ντυθεί με το πάσο της. Η Ηλαίην σήμερα δίδασκε για πρώτη φορά σε τάξη μαθητευομένων, κάτι που δεν είχε επιτραπεί ακόμα στη Νυνάβε. Αλλά αν δεν την εμπιστεύονταν να διδάσκει μαθητευόμενες, υπήρχε κι η Μογκέντιεν. Σε λίγο θα τελείωνε τη δουλειά στο πρόγευμα.
Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι όταν η Νυνάβε τη βρήκε, η Μογκέντιεν ήταν χωμένη μέχρι τους αγκώνες στα σαπουνόνερα και το ασημένιο περιδέραιο του α’ντάμ έμοιαζε ιδιαίτερα αταίριαστο. Δεν ήταν μόνη· υπήρχαν άλλες δώδεκα γυναίκες που φιλόπονα έτριβαν ρούχα σε σανίδες πλυσίματος σε μια αυλή με ξύλινο φράχτη, ανάμεσα σε αχνιστές κατσαρόλες γεμάτες με βραστό νερό. Υπήρχαν άλλες γυναίκες που κρεμούσαν την πρώτη μπουγάδα σε μακριά σκοινιά απλωμένα σε κοντάρια, αλλά υπήρχαν στοίβες από λινοσκεπάσματα κι ασπρόρουχα κι ό,τι άλλο μπορούσες να φανταστείς που περίμεναν τη σειρά τους στις σανίδες. Η Μογκέντιεν κεραυνοβόλησε τη Νυνάβε με τη ματιά της. Μίσος, ντροπή κι οργή την πλημμύρισαν μέσω του α’ντάμ, τόσο δυνατά, που σχεδόν έπνιξαν τον φόβο που δεν χανόταν ποτέ.
Η γυναίκα που ήταν υπεύθυνη, μια κοκαλιάρα γκριζομάλλα ονόματι Νίλντρα, ήρθε με φούρια, κρατώντας σαν σκήπτρο ένα ξύλο με το οποίο ανακάτευε τη μπουγάδα, με τα μάλλινα φουστάνια της σηκωμένα ως το γόνατο για να μη λασπωθούν από το νερό που είχε χυθεί. «Καλημέρα, Αποδεχθείσα. Θα θέλεις τη Μάριγκαν, ε;» Ο τόνος της, ξερός, έδειχνε σεβασμό και μαζί τη γνώση ότι αύριο ίσως έβρισκε κάποια Αποδεχθείσα να παίρνει θέση πλάι στις πλύστρες της για διάστημα μιας μέρας ή ενός μηνός, που θα την έστρωνε στη δουλειά και θα της έβαζε τις φωνές, ίδια και χειρότερα με τις άλλες. «Ακόμα δεν μπορώ να την αφήσω να φύγει. Μου λείπουν χέρια. Μια από τις κοπέλες μου παντρεύεται σήμερα, μια άλλη το ’σκασε, κι έχω δύο που κάνουν ελαφρές δουλειές επειδή είναι έγκυοι. Η Μυρέλ Σεντάι μου είπε ότι μπορούσα να την πάρω. Ίσως ύστερα από μερικές ώρες να μη τη χρειάζομαι. Θα δω».
Η Μογκέντιεν σηκώθηκε κι άνοιξε το στόμα, αλλά η Νυνάβε την έκανε να σιωπήσει με μια αυστηρή ματιά —κι, επίσης, αγγίζοντας επιδεικτικά το βραχιόλι α’ντάμ στον καρπό της— κι έτσι ξανάπιασε δουλειά. Θα αρκούσαν μερικά λάθος λόγια της Μογκέντιεν, ένα παράπονο που δεν θα έβγαινε από τα χείλη μιας πραγματικής αγρότισσας στη θέση της, για να πάρει τον δρόμο για το σιγάνεμα και τον δήμιο, ενώ η μοίρα της Νυνάβε και της Ηλαίην δεν θα ήταν πολύ πιο ευχάριστη. Η Νυνάβε ξεροκατάπιε με ανακούφιση όταν είδε τη Μογκέντιεν να ξανασκύβει στη σανίδα του πλυσίματος, με το στόμα να ανοιγοκλείνει, καθώς μουρμούριζε θυμωμένα μέσα από τα δόντια της. Το α’ντάμ άφησε να περάσουν μεγάλη ντροπή κι απροκάλυπτη οργή.
Η Νυνάβε κατάφερε να χαρίσει ένα χαμόγελο στη Νίλντρα και μουρμούρισε κάτι, δεν κατάλαβε τι, και μετά έφυγε για να πάει στα μαγειρεία της κοινότητας, μήπως κι έβρισκε πρωινό. Πάλι είχε χώσει την ουρά της η Μυρέλ. Αναρωτήθηκε μήπως η Πράσινη τα έβαζε προσωπικά μαζί της για κάποιο λόγο. Αναρωτήθηκε αν το μονίμως ξινισμένο στομάχι θα ήταν η τιμωρία της επειδή κρατούσε αιχμάλωτη τη Μογκέντιεν. Από τότε που είχε βάλει το α’ντάμ σ’ αυτή τη γυναίκα, κατάπινε την καταπραϋντική χηνόμεντα λες κι ήταν καραμέλες.
Δεν δυσκολεύτηκε να βρει μια πήλινη κούπα τσάι με μέλι κι ένα ζεστό ψωμάκι από το φούρνο, αλλά όταν τα πήρε, άρχισε να τρώει περπατώντας. Ο ιδρώτας σχημάτισε κόμπους στο πρόσωπό της. Ακόμα και τόσο νωρίς, η ζέστη δυνάμωνε κι ο αέρας στέγνωνε. Ο ήλιος που σηκωνόταν σχημάτιζε πάνω από το δάσος έναν θόλο σαν από λιωμένο χρυσάφι.
Οι χωματόδρομοι ήταν γεμάτοι, όπως συνέβαινε συνήθως όταν φώτιζε. Οι Άες Σεντάι περνούσαν γαλήνιες, χωρίς να δίνουν σημασία στη σκόνη και τη ζέστη, πηγαίνοντας με μυστηριώδεις εκφράσεις να κάνουν μυστηριώδεις δουλειές, συχνά με Πρόμαχους κατά πόδας, λύκους με παγερό βλέμμα, οι οποίοι προσπαθούσαν να φανούν δαμασμένοι. Ο τόπος ήταν γεμάτος από στρατιώτες, που συνήθως πήγαιναν πεζή ή ίππευαν με σχηματισμό, αν κι η Νυνάβε δεν καταλάβαινε γιατί τους επέτρεπαν να γεμίζουν τους δρόμους τη στιγμή που είχαν τα στρατόπεδά τους στο δάσος. Ολόγυρα έτρεχαν παιδιά, που συχνά μιμούνταν τους στρατιώτες, κρατώντας βέργες σαν σπαθιά ή λόγχες. Λευκοντυμένες μαθητευόμενες που πήγαιναν στις αγγαρείες τους προχωρούσαν γοργά ανάμεσα στο πλήθος. Οι υπηρέτες πήγαιναν κάπως πιο αργά: γυναίκες με αγκαλιές σεντόνια για τα κρεβάτια των Άες Σεντάι ή καλάθια με ψωμί από τα μαγειρεία, άνδρες που οδηγούσαν βοϊδάμαξες φορτωμένες ως πάνω με ξύλα για τη φωτιά, έσερναν κιβώτια ή κουβαλούσαν στον ώμο ολόκληρα σφαγμένα πρόβατα για τα μαγειρεία. Το Σαλιντάρ δεν ήταν φτιαγμένο για να χωρά τόσο κόσμο· το χωριό ήταν στα πρόθυρα της έκρηξης.