Η Νυνάβε συνέχισε τον δρόμο της. Η μέρα μιας Αποδεχθείσας ήταν ως επί το πλείστον δική της ευθύνη —εκτός αν δίδασκε μαθητευόμενες— για να την αξιοποιήσει μελετώντας ό,τι επέλεγε, μονάχη ή μαζί με μια Άες Σεντάι, αλλά οι Άες Σεντάι μπορούσαν να επιστρατεύσουν μια Αποδεχθείσα που έδειχνε άπραγη. Δεν σκόπευε να περάσει τη μέρα της βοηθώντας κάποια Καφέ αδελφή να καταχωρίσει τα βιβλία της ή αντιγράφοντας σημειώσεις για κάποια Γκρίζα. Σιχαινόταν την αντιγραφή, το πλατάγισμα της γλώσσας για κάθε μουτζούρα που έκανε και τους αναστεναγμούς, επειδή ο γραφικός της χαρακτήρας δεν ήταν ευανάγνωστος όπως ενός κανονικού υπαλλήλου. Προχωρούσε, λοιπόν, στη σκόνη και στο πλήθος, έχοντας κατά νου μη τυχόν κι έβλεπε τη Σιουάν και τη Ληάνε. Ήταν τόσο θυμωμένη, ώστε μπορούσε να διαβιβάσει δίχως τη Μογκέντιεν.
Κάθε φορά που ένιωθε το βαρύ χρυσό δαχτυλίδι να φωλιάζει ανάμεσα στα στήθη της, σκεφτόταν, Σίγουρα είναι ζωντανός. Ακόμα κι αν με ξέχασε. Φως μου, κάνε να είναι ζωντανός. Κι αυτό το τελευταίο τη θύμωνε ακόμη περισσότερο. Αν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να την ξεχνούσε ο αλ’Λάν Μαντράγκοραν, η Νυνάβε δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι. Σίγουρα ήταν ζωντανός. Οι Πρόμαχοι συχνά πέθαιναν εκδικούμενοι τις Άες Σεντάι τους —όσο σίγουρο ήταν ότι ο ήλιος θα ανέτειλε, τόσο σίγουρο ήταν ότι κανένας Πρόμαχος δεν θα άφηνε τίποτα να σταθεί εμπόδιο σ’ αυτή την εκδίκηση— όμως ο Λαν δεν είχε τρόπο να πάρει εκδίκηση για τη Μουαραίν, όπως δεν θα είχε τρόπο, αν η Άες Σεντάι είχε πέσει από άλογο κι είχε σπάσει το λαιμό της. Η Μουαραίν κι η Λανφίαρ είχαν αλληλοσκοτωθεί. Σίγουρα ήταν ζωντανός. Και γιατί, άραγε, έπρεπε να Νυνάβε να νιώθει ένοχη για το θάνατο της Μουαραίν; Ήταν αλήθεια πως αυτό είχε ελευθερώσει τον Λαν, όμως δεν έφταιγε αυτή. Όμως η πρώτη σκέψη της όταν είχε μάθει ότι η Μουαραίν ήταν νεκρή ήταν μια σκέψη χαράς, επειδή ο Λαν ήταν ελεύθερος κι όχι λύπης για τη Μουαραίν. Δεν μπορούσε να αποδιώξει τη ντροπή που ένιωθε γι’ αυτό, κι έτσι ο θυμός της άναβε ακόμα πιο πολύ.
Ξαφνικά είδε τη Μυρέλ να κατηφορίζει το δρόμο προς το μέρος της με τον κατάξανθο Κρόι Μάκιν να προχωρά με πλατιές δρασκελιές στο πλάι της· ήταν ένας από τους τρεις Προμάχους της, νεαρό φυντανάκι αλλά σκληρός σαν βράχος. Η Άες Σεντάι, με μια έκφραση αποφασιστικότητας στο πρόσωπό της, δεν έδειχνε επηρεασμένη από τα χτεσινοβραδινά. Τίποτα δεν έδειχνε ότι η Μυρέλ την έψαχνε, αλλά η Νυνάβε τρύπωσε σε ένα μεγάλο πέτρινο κτήριο που κάποτε ήταν ένα από τα τρία πανδοχεία του Σαλιντάρ.
Είχαν καθαρίσει την φαρδιά κοινή αίθουσα και την είχαν επιπλώσει ως αίθουσα υποδοχής· είχαν επιδιορθώσει τους γύψινους τοίχους της και το ψηλό ταβάνι, είχαν κρεμάσει μερικές φωτεινές ταπισερί, κι είχαν σκορπίσει μερικές πολύχρωμες κουρελούδες σε ένα πάτωμα που μπορεί να μην φαινόταν πια γεμάτο γρατζουνιές και σχίζες, αλλά δεν άντεχε πια γυάλισμα. Το σκιερό εσωτερικό τής πρόσφερε μια αίσθηση δροσιάς, καθώς έμπαινε από τον δρόμο. Ή, τουλάχιστον, την αίσθηση ότι ήταν δροσερότερο από όσο ήταν έξω. Κι επίσης, είχε κόσμο.
Ο Λογκαίν στεκόταν με αυθάδικο ύφος μπροστά σε ένα πλατύ τζάκι, κι οι ουρές του χρυσοκέντητου κόκκινου σακακιού του ήταν τραβηγμένες πίσω, μπροστά στο παρατηρητικό βλέμμα της Λελαίν Ακάσι, που το γεγονός ότι φορούσε το επώμιό της με τα γαλάζια κρόσσια έδειχνε ότι επρόκειτο για επίσημη συνάντηση. Ήταν μια λυγερή γυναίκα με αξιοπρεπή εμφάνιση, που μερικές φορές άφηνε να χυθεί ένα ζεστό χαμόγελο, μία από τις τρεις Καθήμενες του Γαλάζιου Άτζα στην Αίθουσα του Πύργου του Σαλιντάρ. Σήμερα αυτό που δέσποζε ήταν το διαπεραστικό βλέμμα της, καθώς κοίταζε εξεταστικά το κοινό του Λογκαίν.
Ήταν δύο άνδρες και μια γυναίκα, μεγαλοπρεπείς μέσα στα κεντημένα μετάξια και τα χρυσά κοσμήματά τους, που όλων τα μαλλιά γκρίζαραν, ενώ ένας από τους άνδρες ήταν σχεδόν φαλακρός κι είχε αφήσει τετράγωνο γενάκι και μακρύ μουστάκι σε αντιστάθμισμα. Ήταν ισχυροί ευγενείς από την Αλτάρα κι είχαν φτάσει την προηγούμενη μέρα με πολυπληθή συνοδεία, καχύποπτοι τόσο ο ένας για τον άλλο όσο και για τις Άες Σεντάι που συγκέντρωναν στρατό μέσα στην Αλτάρα. Οι Αλταρανοί έδιναν όρκο πίστης στον άρχοντα ή στην αρχόντισσα μιας πόλης, συνήθως χωρίς να περισσεύει τίποτα για το έθνος που λεγόταν Αλτάρα· ελάχιστοι ευγενείς πλήρωναν φόρους και δεν έδιναν σημασία τι έλεγε η βασίλισσα στο Έμπου Νταρ, αλλά έδιναν σημασία όταν βρισκόταν ένας στρατός ανάμεσά τους. Μόνο το Φως ήξερε πώς δέχονταν τις φήμες περί Δρακορκισμένων. Προς το παρόν όμως, ούτε κοίταζαν αγέρωχα ο ένας τον άλλο, ούτε κοίταζαν προκλητικά τη Λελαίν. Το βλέμμα τους ήταν καρφωμένο στον Λογκαίν, με τον τρόπο που θα κοίταζαν μια τεράστια οχιά με λαμπερό χρώμα.