Выбрать главу

Για να κλείσει ο κύκλος, ο Μπούριν Σήρεν, που έμοιαζε σαν να ήταν σμιλεμένος σε ένα ξεριζωμένο κούτσουρο, κοίταζε τόσο τον Λογκαίν όσο και τους επισκέπτες· ήταν άνθρωπος έτοιμος να κινηθεί έξαφνα και βίαια εν ριπή οφθαλμού. Ήταν ο Πρόμαχος της Λελαίν και βρισκόταν εκεί δευτερευόντως για να επιτηρεί τον Λογκαίν —στο κάτω-κάτω, θεωρητικά ο Λογκαίν βρισκόταν στο Σαλιντάρ από δική του επιλογή— και κυρίως για να τον προστατεύει από τους επισκέπτες και από κάποιο μαχαίρι στην καρδιά.

Όσο για τον Λογκαίν, αυτός έμοιαζε να ξαναγεννιέται με τόσα βλέμματα πάνω του. Ήταν ψηλός, με σγουρά μαλλιά που έφταναν στους πλατιούς ώμους του, μελαψός κι όμορφος παρ’ όλο που είχε σκληρό πρόσωπο, κι έδειχνε περήφανος και γεμάτος αυτοπεποίθηση σαν αετός. Αυτό, όμως, που έκανε να μάτια του να φωτίζονται ήταν η υπόσχεση της εκδίκησης. Αν δεν μπορούσε να ανταποδώσει το ίσο σε όσους ήθελε, τουλάχιστον θα το έκανε σε μερικούς. «Έξι Κόκκινες αδελφές με βρήκαν στο Κοσαμέλε έναν χρόνο πριν αυτοανακηρυχθώ», έλεγε τη στιγμή που έμπαινε η Νυνάβε. «Η αρχηγός τους λεγόταν Τζαβίντρα, αν και μια άλλη ονόματι Μπάρασαϊν είχε πολλά να πει. Κι άκουσα να μνημονεύουν την Ελάιντα, με τρόπο σαν να ήξερε τι έκαναν εκεί. Με βρήκαν πάνω στον ύπνο κι, όταν με θωράκισαν, σκέφτηκα ότι ήμουν τελειωμένος».

«Άες Σεντάι», είπε τραχιά η γυναίκα που ως τώρα άκουγε. Είχε στιβαρό κορμί, σκληρό βλέμμα, και μια ψιλή ουλή στο μάγουλο, που στη Νυνάβε φαινόταν αταίριαστη για μια γυναίκα. Οι Αλταρανές, φυσικά, είχαν τη φήμη ότι ήταν άγριες, αν κι οι φήμες μάλλον ήταν υπερβολικές. «Άες Σεντάι, πώς είναι δυνατόν να αληθεύουν τα λεγόμενα του;»

«Δεν ξέρω πώς, Αρχόντισσα Σαρένα», είπε γαλήνια η Λελαίν, «αλλά μου το επιβεβαίωσε κάποια που δεν μπορεί να πει ψέματα. Ο Λογκαίν λέει την αλήθεια».

Η έκφραση της Σαρένα δεν άλλαξε, αλλά τα χέρια της έγιναν γροθιές πίσω από την πλάτη της. Ένας από τους συντρόφους της, ο ψηλός με το λιπόσαρκο πρόσωπο, που είχε περισσότερα γκρίζα μαλλιά παρά μελαχρινά, είχε τους αντίχειρες χωμένους στη ζώνη του σπαθιού του και προσπαθούσε να φανεί άνετος, αλλά οι αρθρώσεις του είχαν ασπρίσει από το σφίξιμο.

«Όπως έλεγα», συνέχισε ο Λογκαίν με ένα γλυκό χαμόγελο, «με βρήκαν και με έβαλαν να διαλέξω. Ή θα σκοτωνόμουν επιτόπου ή θα δεχόμουν αυτό που πρόσφεραν. Ήταν παράξενη επιλογή, κάθε άλλο παρά αυτό που περίμενα, αλλά δεν χασομέρησα για να το σκεφτώ. Δεν είπαν απερίφραστα ότι το είχαν ξανακάνει αυτό, αλλά ένιωθες ότι είχαν εμπειρία. Δεν είπαν τι λόγο είχαν, αλλά τον θεώρησα προφανή εκ των υστέρων. Το να συλλάβεις έναν απλό άνδρα που μπορεί να διαβιβάζει δεν σου προσφέρει ιδιαίτερη δόξα· το να γκρεμίσεις έναν ψεύτικο Δράκοντα όμως...»

Η Νυνάβε έσμιξε τα φρύδια. Το αντιμετώπιζε τόσο ανέμελα, σαν έναν άνδρα που συζητούσε πώς είχε πάει το κυνήγι εκείνη τη μέρα, όμως μιλούσε για την πτώση του και κάθε λέξη ήταν άλλο ένα καρφί στο φέρετρο της Ελάιντα. Ίσως στο φέρετρο ολόκληρου του Κόκκινου Άτζα. Αν οι Κόκκινες είχαν πιέσει τον Λογκαίν να αυτοανακηρυχθεί Αναγεννημένος Δράκοντας, μήπως είχαν κάνει το ίδιο για τον Γκόριν Ρόγκαντ ή τον Μάζριμ Τάιμ; Μήπως για όλους τους ψεύτικους Δράκοντες στην ιστορία; Σχεδόν ένιωθε τις σκέψεις που θα γυρνούσαν στα μυαλά των Αλταρανών σαν γρανάζια του μύλου, απρόθυμα στην αρχή, και μετά ολοένα και πιο γρήγορα.

«Έναν ολόκληρο χρόνο με βοηθούσαν να αποφύγω τις υπόλοιπες Άες Σεντάι», είπε ο Λογκαίν, «κι έστελναν μηνύματα όταν κάποια με πλησίαζε, αν και τότε δεν ήταν πολλές. Όταν αυτοανακηρύχθηκα κι άρχισα να αποκτώ οπαδούς, μου έστελναν στοιχεία για το πού βρίσκονταν οι στρατοί των βασιλιάδων και τι δυνάμεις διέθεταν. Πώς αλλιώς νομίζετε ότι ήξερα πάντα πού και πότε να χτυπήσω;» Όσοι τον άκουγαν ανασάλεψαν τα πόδια τους, τόσο για το άγριο χαμόγελό του όσο και για τα λόγια του.

Μισούσε τις Άες Σεντάι. Η Νυνάβε ήταν σίγουρη γι’ αυτό από τις πρώτες φορές που είχε αντέξει να τον εξετάσει. Βέβαια, αφότου είχε φύγει η Μιν, ούτε τον είχε εξετάσει ξανά, ούτε είχε μάθει κάτι καινούριο. Κάποτε πίστευε ότι εξετάζοντάς τον θα έβλεπε το πρόβλημα από άλλη γωνία —η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών γινόταν ολοφάνερη στον τρόπο που χρησιμοποιούσαν τη Δύναμη— αλλά ήταν χειρότερο κι απ’ το να κοιτάζεις μια σκοτεινή τρύπα· δεν υπήρχε τίποτα εκεί, ούτε καν η τρύπα. Και γενικότερα, ένιωθε ταραχή όταν βρισκόταν κοντά στον Λογκαίν. Ο άνθρωπος την παρακολουθούσε με μια φλογερή ένταση που της έφερνε ρίγος, παρ’ όλο που ήξερε ότι μπορούσε να τον τυλίξει στη Δύναμη, αν έστω σήκωνε το δαχτυλάκι του. Δεν επρόκειτο για τη φλόγα με την οποία συνήθως κοίταζαν οι άνδρες τις γυναίκες, αλλά για μια περιφρόνηση όλο αταραξία και γαλήνη, κάτι που την έκανε ακόμα φρικτή. Οι Άες Σεντάι τον είχαν αποκόψει οριστικά από τη Μία Δύναμη· η Νυνάβε μπορούσε να φανταστεί τι αισθήματα θα έτρεφε η ίδια, αν της το είχε κάνει κάποιος αυτό. Ο Λογκαίν δεν μπορούσε να εκδικηθεί όλες τις Άες Σεντάι μεμιάς. Μπορούσε, όμως, να καταστρέψει το Κόκκινο Άτζα, κι είχε κάνει μια καλή αρχή.