Ήταν η πρώτη φορά που είχαν έρθει τρεις μαζί, αλλά κάθε βδομάδα ερχόταν ένας ακόμη άρχοντας ή άλλη μια αρχόντισσα για να ακούσουν την ιστορία του, απ’ όλη την Αλτάρα και μερικές φορές από πιο μακριά, όπως το Μουράντυ, κι όλοι έφευγαν αποσβολωμένοι από αυτά που είχε να πει. Διόλου παράξενο· η μόνη πιο σοκαριστική είδηση θα ήταν αν οι Άες Σεντάι παραδέχονταν ότι υπήρχε το Μαύρο Άτζα. Δεν θα έκαναν βέβαια κάτι τέτοιο, τουλάχιστον δημοσίως, για τον ίδιο λόγο που φύλαγαν όσο μπορούσαν μυστικό το νέο του Λογκαίν. Μπορεί να ήταν έργο του Κόκκινου Άτζα, αλλά αυτό το Άτζα δεν έπαυε να είναι Άες Σεντάι, κι ο πολύς κόσμος δεν μπορούσε να διακρίνει το ένα Άτζα από το άλλο. Εν γένει, έφερναν ελάχιστους για να ακούσουν τον Λογκαίν, όμως αυτούς τους λίγους τούς είχαν επιλέξει εξαιτίας της εξουσίας που διέθετε ο εκάστοτε Οίκος. Ήταν Οίκοι που τώρα θα πρόσφεραν υποστήριξη στις Άες Σεντάι του Σαλιντάρ, αν και όχι δημοσίως, ή, στη χειρότερη περίπτωση, θα απέσυραν την υποστήριξή τους από την Ελάιντα.
«Η Τζαβίντρα μου έστελνε το νέο όταν έρχονταν κι άλλες Άες Σεντάι», είπε ο Λογκαίν, «ποιες με κυνηγούσαν, πού θα βρίσκονταν, κι έτσι μπορούσα να επιτεθώ προτού το καταλάβουν». Τα ατάραχα, αγέραστα χαρακτηριστικά της Λελαίν σκλήρυναν για μια στιγμή και το χέρι του Μπούριν πλησίασε τη λαβή του σπαθιού του. Ο Λογκαίν είχε σκοτώσει αδελφές πριν αιχμαλωτιστεί. Αυτός δεν φάνηκε να προσέχει τις αντιδράσεις τους. «Το Κόκκινο Άτζα ποτέ δεν με παραπλάνησε πριν από τη στιγμή που με πρόδωσε στο τέλος».
Ο γενειοφόρος κοίταζε τον Λογκαίν τόσο άγρια που ήταν φανερό ότι το έκανε σκοπίμως. «Άες Σεντάι, τι απέγιναν οι οπαδοί του; Ίσως να ήταν ασφαλής στον Πύργο, αλλά αιχμαλωτίστηκε πολλές λεύγες πιο κοντά στο σημείο που βρισκόμαστε».
«Δεν σκοτώθηκαν κι ούτε αιχμαλωτίστηκαν όλοι», είπε ο άρχοντας με το λιπόσαρκο πρόσωπο μόλις ο άλλος έπαψε να μιλά. «Οι περισσότεροι διέφυγαν, εξαφανίστηκαν. Ξέρω από ιστορία, Άες Σεντάι. Οι οπαδοί του Ραολίν Ντάρκσμπεην τόλμησαν να επιτεθούν στον ίδιο τον Λευκό Πύργο, όταν εκείνος αιχμαλωτίστηκε, το ίδιο έκαναν κι οι οπαδοί του Γκουαίρ Αμαλάσαν. Έχουμε χαράξει στη μνήμη μας τον στρατό του Λογκαίν να προελαύνει στα εδάφη μας και δεν θέλουμε να ξανάρθει για να τον σώσει».
«Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος». Η Λελαίν κοίταξε τον Λογκαίν με ένα φευγαλέο χαμόγελο, όπως μια γυναίκα θα κοίταζε ένα άγριο σκυλί που το είχε δαμάσει και του είχε περάσει λουρί. «Δεν επιθυμεί πια δόξες, θέλει μονάχα να επανορθώσει όσο γίνεται για το κακό που έκανε. Εκτός αυτού, αμφιβάλλω αν οι πρώην οπαδοί του θα έρχονταν σε περίπτωση που τους καλούσε, από τη στιγμή που τον πήγαμε στην Ταρ Βάλον κλεισμένο σε κλουβί και τον ειρηνέψαμε». Το ανάλαφρο γέλιο της το μιμήθηκαν οι Αλταρανοί, αλλά όχι αμέσως, και το δικό τους ήταν αδύναμο. Το πρόσωπο του Λογκαίν ήταν σαν σιδερένια μάσκα.
Ξαφνικά η Λελαίν πρόσεξε τη Νυνάβε που στεκόταν στο κατώφλι, κι ύψωσε τα φρύδια. Είχε μιλήσει ευγενικά μαζί της μερικές φορές κι είχε εγκωμιάσει τις υποτιθέμενες ανακαλύψεις της Νυνάβε και της Ηλαίην, όμως, όπως κι οι υπόλοιπες Άες Σεντάι, δεν θα δίσταζε να αποπάρει μια Αποδεχθείσα που θα διέπραττε παράπτωμα.
Η Νυνάβε έκλινε το γόνυ, κάνοντας μια χειρονομία με την πήλινη κούπα, που δεν είχε πια τσάι. «Με συγχωρείς, Λελαίν Σεντάι. Πρέπει να το επιστρέψω στα μαγειρεία». Βγήκε στο λιοπύρι του δρόμου πριν η Άες Σεντάι προλάβει να πει λέξη.
Για καλή της τύχη, τώρα η Μυρέλ δεν φαινόταν πουθενά. Η Νυνάβε δεν είχε όρεξη να ξανακούσει κήρυγμα για την ευθύνη που είχε ή για το ότι έπρεπε να κρατά τα νεύρα της ή για τόσα άλλα θέματα. Για ακόμα καλύτερη της τύχη, η Σιουάν στεκόταν το πολύ τριάντα βήματα παραπέρα, πρόσωπο με πρόσωπο με τον Γκάρεθ Μπράυν στη μέση του δρόμου, ενώ το πλήθος χωριζόταν για να τους προσπεράσει. Όπως η Μυρέλ, έτσι κι η Σιουάν δεν έδειχνε ίχνος από την αγωνία που είχε αναφέρει η Ηλαίην· ίσως θα έδειχναν περισσότερο σεβασμό στον Τελ’αράν’ριοντ, αν δεν μπορούσαν, βγαίνοντας, να Θεραπεύουν έτσι εύκολα τα αποτελέσματα κάθε γκάφας τους. Η Νυνάβε την πλησίασε.