Выбрать главу

«Μα τι έχεις πάθει, κυρά μου;» μούγκρισε ο Μπράυν στη Σιουάν. Το γκρίζο κεφάλι του έσκυψε πάνω από το δικό της που έμοιαζε να ανήκει σε νεαρή· είχε απλώσει και στυλώσει τα πόδια του, φορώντας μπότες, ακουμπούσε τις γροθιές στους γοφούς, κι έτσι έμοιαζε πλατύς σαν βράχος. Δεν έδινε την παραμικρή σημασία στον ιδρώτα που κυλούσε στο πρόσωπό του. «Σου έκανα ένα κομπλιμέντο, επειδή είναι τόσο μαλακά τα πουκάμισά μου, κι εσύ με παίρνεις με το άγριο. Κι, επίσης, είπα ότι φαίνεσαι ευδιάθετη, κάτι που δεν ήταν καθόλου αρχή καυγά απ’ ό,τι νόμιζα. Ήταν κομπλιμέντο, κυρά μου, έστω κι αν δεν έστειλα λουλούδια μαζί».

«Κομπλιμέντο;» μούγκρισε η Σιουάν σε απάντηση, ενώ τα γαλάζια μάτια της πετούσαν φλόγες καθώς τον κοίταζαν. «Δεν θέλω τα κομπλιμέντα σου! Χαίρεσαι που είμαι αναγκασμένη να σιδερώνω τα πουκάμισά σου. Είσαι πιο μικρό ανθρωπάκι απ’ όσο νόμιζα, Γκάρεθ Μπράυν. Πιστεύεις ότι θα σε πάρω στο κατόπι σαν ακόλουθος του στρατοπέδου όταν βγει να προελάσει ο στρατός σου, ελπίζοντας να ακούσω κι άλλα κομπλιμέντα; Και δεν θα μου απευθύνεσαι εμένα με το κυρά μου! Είναι σαν να λες, “Εδώ, σκυλάκι μου!”».

Μια φλέβα φάνηκε να παίζει στον κρόταφο του Μπράυν. «Χαίρομαι που κρατάς τον λόγο σου, Σιουάν. Κι αν βγει ποτέ ο στρατός να προελάσει, περιμένω από σένα ότι θα συνεχίσεις να τον κρατάς. Δεν ζήτησα εγώ να δώσεις τέτοιο όρκο, ήταν δική σου επιλογή για να γλιτώσεις από τις ευθύνες σου γι’ αυτό που έκανες. Δεν σκέφτηκες ότι θα σου ζητούσαν να τον τηρήσεις, ε; Και μιλώντας για στρατούς και προελάσεις, τι έχεις ακούσει όσο κλαίγεσαι στις Άες Σεντάι και φιλάς τα πόδια τους;»

Μέσα σε μια στιγμή, η Σιουάν από τη φλογερή λύσσα πέρασε στην παγερή αταραξία. «Αυτό δεν είναι μέρος του όρκου μου». Θα την περνούσε κανείς για νεαρή Άες Σεντάι που στεκόταν με το κορμί λαμπάδα σε στάση ψυχρής αλαζονείας, κι όχι για κάποια που είχε δουλέψει τόσο καιρό με τη Δύναμη και το πρόσωπο της οποίας θα έπρεπε να έχει τη χαρακτηριστική αγέραστη εμφάνιση. «Δεν κατασκοπεύω εκ μέρους σου. Υπηρετείς την Αίθουσα του Θρόνου, Γκάρεθ Μπράυν, με δικό σου όρκο. Ο στρατός σου θα ξεκινήσει όταν το αποφασίσει η Αίθουσα. Άκουε τα λόγια τους κι υπάκουε σ’ ό,τι ακούς».

Η αλλαγή του Μπράυν ήταν εξίσου αστραπιαία. «Θα ήσουν άξιος εχθρός για να διασταυρώσει κανείς ξίφη μαζί του», γέλασε πνιχτά με θαυμασμό. «Θα ήσουν καλύτερος...» Το χαχανητό έδωσε εξίσου γοργά τη θέση του σε μια άγρια ματιά. «Η Αίθουσα, ε; Πες στη Σέριαμ ότι καλά θα κάνει να σταματήσει να με αποφεύγει. Ό,τι μπορεί να γίνει εδώ, έχει γίνει. Πες της ότι το σκυλί-φύλακας που το έχεις στο κλουβί δεν έχει διαφορά από ένα γουρούνι όταν έρθουν οι λύκοι. Δεν μάζεψα αυτούς τους άνδρες για να τους πουλήσω σαν σκλάβους». Ένευσε κοφτά και χάθηκε στο πλήθος με μεγάλες δρασκελιές. Η Σιουάν τον κοίταξε καθώς έφευγε, σμίγοντας τα φρύδια της.

«Τι έγινε τώρα;» ρώτησε η Νυνάβε κι η Σιουάν τινάχτηκε.

«Δεν είναι δικιά σου δουλειά το τι έγινε», τη μάλωσε, σιάζοντας το φόρεμά της. Λες κι η Νυνάβε σκοπίμως την είχε πλησιάσει στα κρυφά. Αυτή η γυναίκα όλα τα έπαιρνε προσωπικά.

«Ας μη το συνεχίσουμε», είπε ανέκφραστα η Νυνάβε. Δεν θα λοξοδρομούσε από τον στόχο της. «Αυτό που θέλω να συνεχίσω είναι να σε μελετώ». Θα έκανε κάτι χρήσιμο σήμερα ακόμα κι αν χρειαζόταν να τραβήξει την κατάσταση στα άκρα. Η Σιουάν άνοιξε το στόμα, κοιτώντας ολόγυρα. «Όχι, δεν έχω τη Μάριγκαν, κι αυτή τη στιγμή δεν τη χρειάζομαι. Δυο φορές με άφησες να σε πλησιάσω —δυο φορές!— από τότε που βρήκα ένα στοιχείο που λέει ότι ίσως κάτι μέσα σου μπορεί να Θεραπευθεί. Θέλω να σε εξετάσω σήμερα, κι αν δεν μπορέσω, τότε θα πω στη Σέριαμ ότι παρακούς τις διαταγές της που λένε ότι είσαι στη διάθεση μου. Ορκίζομαι ότι θα της το πω!»

Για μια στιγμή τής φάνηκε ότι η Σιουάν θα την προκαλούσε να το κάνει, όμως εκείνη στο τέλος ένευσε μουτρωμένη, λέγοντας, «Το απόγευμα. Έχω δουλειές τώρα το πρωί. Εκτός αν νομίζεις ότι αυτό που θες είναι σημαντικότερο από το να βοηθήσουμε τον φίλο σου από τους Δύο Ποταμούς».

Η Νυνάβε την πλησίασε περισσότερο. Κανείς εκεί στον δρόμο δεν τους έδινε ιδιαίτερη προσοχή, εκτός από καμιά ματιά προσπερνώντας τες, αλλά καλού-κακού χαμήλωσε τη φωνή της. «Τι σχέδια έχουν γι’ αυτόν; Όλο λες ότι ακόμα δεν έχουν αποφασίσει, όμως όλο και σε κάποιο συμπέρασμα θα έχουν καταλήξει πια». Σε αυτή την περίπτωση, η Σέριαμ θα το ήξερε, είτε ήταν αναμεμιγμένη είτε όχι.