Ξαφνικά η Ληάνε φάνηκε μπροστά τους κι ήταν λες κι η Νυνάβε δεν είχε ανοίξει το στόμα της. Η Σιουάν κι η Ληάνε αγριοκοιτάχτηκαν παγωμένες, σαν δυο γάτες σε μικρό δωμάτιο.
«Λοιπόν;» μουρμούρισε η Σιουάν, σφίγγοντας τα χείλη.
Η Ληάνε ξεφύσηξε κι οι μπούκλες της τινάχτηκαν καθώς γυρνούσε το κεφάλι. Το στόμα της στράβωσε με μια περιφρονητική έκφραση, αλλά τα λόγια της δεν ταίριαζαν ούτε με την έκφραση, ούτε με τον τόνο της. «Επιχείρησα να τις μεταπείσω», έφτυσε, αλλά μαλακά. «Αλλά δεν είχαν ακούσει πολύ τα λόγια σου, κι έτσι το απέρριψαν αμέσως. Δεν θα συναντήσεις απόψε τις Σοφές».
«Μα τα σωθικά των ψαριών!» μούγκρισε η Σιουάν και στρίβοντας επιτόπου έφυγε, ενώ η Ληάνε απομακρυνόταν ακόμα πιο γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η Νυνάβε παραλίγο θα σήκωνε τα χέρια ψηλά από τη σύγχυσή της. Μιλούσαν σαν μην ήταν παρούσα, σαν να μην ήξερε ακριβώς τι έλεγαν. Την αγνοούσαν. Η Σιουάν καλά θα έκανε να ερχόταν το απόγευμα, όπως της είχε υποσχεθεί, αλλιώς η Νυνάβε θα της έδινε ένα καλό μάθημα! Τινάχτηκε όταν μια γυναίκα τής μίλησε από πίσω.
«Αυτές οι δύο θα έπρεπε να πάνε στην Τιάνα για ένα καλό χέρι ξύλο με τη βέργα». Η Λελαίν στάθηκε πλάι στη Νυνάβε, κοιτάζοντας πρώτα τη Σιουάν και μετά τη Ληάνε καθώς έφευγαν. Για δες που πλησίαζε κρυφά τους ανθρώπους! Δεν υπήρχε ίχνος του Λογκαίν ή του Μπούριν ή των Αλταρανών αριστοκρατών. Η Γαλάζια αδελφή έσιαξε το επώμιό της. «Μπορεί βέβαια να μην είναι ό,τι ήταν κάποτε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να κρατούν τα προσχήματα. Δεν θα ήταν καθόλου σωστό να μαλλιοτραβηχτούν στον δρόμο».
«Μερικές φορές οι άνθρωποι δεν κολλάνε μεταξύ τους», είπε η Νυνάβε. Η Σιουάν κι η Ληάνε μοχθούσαν τόσο να συντηρήσουν αυτό το ψέμα, που η ίδια, αν μην τι άλλο, θα έπρεπε να το υποστηρίξει. Πόσο μισούσε να την πλησιάζουν κρυφά.
Η Λελαίν είδε το χέρι της Νυνάβε στην πλεξούδα της κι η άλλη το τράβηξε αμέσως. Αυτή η συνήθεια ήταν γνωστή σε πολλούς· μια συνήθεια που είχε προσπαθήσει σκληρά να σταματήσει. Αλλά η Άες Σεντάι είπε μόνο, «Όχι όταν σπιλώνεται η αξιοπρέπεια των Άες Σεντάι, παιδί μου. Οι γυναίκες που υπηρετούν τις Άες Σεντάι θα έπρεπε να δείχνουν αυτοσυγκράτηση δημοσίως, όσο ανόητες κι αν είναι κατ’ ιδίαν». Δεν υπήρχε απάντηση σ’ αυτό· για την ακρίβεια, δεν υπήρχε ασφαλής απάντηση. «Γιατί ήρθες μέσα ενώ εγώ παρουσίαζα τον Λογκαίν;»
«Νόμιζα ότι το δωμάτιο ήταν άδειο, Άες Σεντάι», είπε βιαστικά η Νυνάβε. «Συγγνώμη. Ελπίζω να μη σε ενόχλησα». Δεν ήταν απάντηση αυτή —δεν μπορούσε βεβαίως να πει ότι κρυβόταν από τη Μυρέλ— αλλά η λιγνή Γαλάζια απλώς την κοίταξε κατάματα για μια στιγμή.
«Τι λες να κάνει ο Ραντ αλ’Θόρ, παιδί μου;»
Η Νυνάβε ανοιγόκλεισε τα μάτια μπερδεμένη. «Άες Σεντάι, έχω να τον δω μισό χρόνο. Το μόνο που ξέρω είναι ό,τι ακούω εδώ. Μήπως η Αίθουσα...; Άες Σεντάι, έχει αποφασίσει η Αίθουσα γι’ αυτόν;»
Η Λελαίν περιεργάστηκε το πρόσωπο της Νυνάβε και σούφρωσε τα χείλη. Αυτά τα μαύρα σε τάραζαν, έτσι όπως έμοιαζαν να κοιτάζουν μέσα στο μυαλό σου. «Αξιοσημείωτη σύμπτωση. Είσαι από το ίδιο χωριό με τον Αναγεννημένο Δράκοντα, το ίδιο κι η άλλη κοπέλα, η Εγκουέν αλ’Βέρ. Περίμεναν σπουδαία πράγματα απ’ αυτήν όταν έγινε μαθητευόμενη. Έχεις ιδέα πού βρίσκεται τώρα;» Δεν περίμενε απάντηση. «Κι οι άλλοι δύο νεαροί, υ Πέριν Αϋμπάρα κι ο Μάτριμ. Είναι τα’βίρεν κι αυτοί, εξ όσων γνωρίζω. Είναι πράγματι αξιοσημείωτο. Κι έπειτα έχουμε εσένα, με τις εκπληκτικές ανακαλύψεις σου παρά τους περιορισμούς που έχεις. Δεν ξέρω τι είναι η Εγκουέν, αλλά μήπως πάει κι αυτή εκεί που δεν έχει πάει καμία από μας; Όλοι εσείς έχετε προκαλέσει πολλές συζητήσεις μεταξύ των αδελφών, όπως μπορείς να φανταστείς».
«Ελπίζω να λένε καλά πράγματα», είπε αργά η Νυνάβε. Είχαν δεχθεί πολλές ερωτήσεις σχετικά με τον Ραντ από τότε που είχαν έρθει στο Σαλιντάρ, ειδικά αφότου είχε φύγει η αντιπροσωπεία για το Κάεμλυν —κάποιες Άες Σεντάι δεν μπορούσαν να μιλήσουν για τίποτε άλλο— όμως αυτό έμοιαζε να είναι διαφορετικό. Αυτό ήταν το πρόβλημα όταν μιλούσες με Άες Σεντάι. Πολλές φορές δεν ήξερες τι εννοούσαν και τι ζητούσαν.
«Ακόμα ελπίζεις να Θεραπεύσεις τη Σιουάν και τη Ληάνε, παιδί μου;» Η Λελαίν ένευσε σαν να είχε πάρει απάντηση από τη Νυνάβε κι αναστέναξε. «Μερικές φορές νομίζω ότι η Μυρέλ έχει δίκιο. Κακώς σας κάνουμε τόσα χατίρια. Όποιες κι αν είναι οι ανακαλύψεις σου, ίσως θα έπρεπε να σε αφήσουμε στα χέρια της Τέοντριν, μέχρι να σπάσει ο φραγμός που σε εμποδίζει να διαβιβάζεις κατά βούληση. Δες τι έχεις κάνει το τελευταίο δίμηνο και σκέψου τι θα μπορούσες να κάνεις τότε». Σφίγγοντας ασυναίσθητα την πλεξούδα της, η Νυνάβε δοκίμασε να πει μια κουβέντα, να αρθρώσει μια καλοδιατυπωμένη διαμαρτυρία, όμως η Λελαίν δεν έδωσε σημασία στην προσπάθειά της. Κάτι που μάλλον ήταν για καλό. «Μην πας να κάνεις χάρη στη Σιουάν και στη Ληάνε, παιδί μου. Άσ’ τες να ξεχάσουν τι ήταν, και να μάθουν να αρκούνται με αυτό που είναι τώρα. Από το φέρσιμό τους, θα έλεγε κανείς ότι το μόνο που τις εμποδίζει να το ξεχάσουν είσαι εσύ, κι οι ανόητες απόπειρές σου να Θεραπεύσεις αυτό που δεν Θεραπεύεται. Δεν είναι πια Άες Σεντάι. Γιατί να τρέφουν ψεύτικες ελπίδες;»