Υπήρχε μια χροιά συμπόνιας στη φωνή της κι επίσης μια νότα περιφρόνησης. Στο κάτω-κάτω, όσες δεν ήταν Άες Σεντάι ήταν κατώτερες, και το τέχνασμα της Σιουάν και της Ληάνε τις τοποθετούσε ανάμεσα στις κατώτατες. Επιπλέον, φυσικά, υπήρχαν αρκετές εδώ στο Σαλιντάρ που για τα προβλήματα του Πύργου κατηγορούσαν τη Σιουάν με τις μηχανορραφίες της όσο ήταν Άμερλιν. Πιθανότατα, πίστευαν ότι και λίγο ήταν αυτό που είχε πάθει.
Αυτό που είχε πάθει όμως περιέπλεκε την όλη κατάσταση. Το σιγάνεμα ήταν σπάνιο. Πριν από τη Σιουάν και τη Ληάνε, είχαν περάσει εκατόν σαράντα χρόνια από την τελευταία φορά που είχε δικαστεί και σιγανευτεί γυναίκα, και τουλάχιστον δώδεκα από τότε που κάποια είχε καεί. Οι σιγανεμένες γυναίκες συνήθως προσπαθούσαν να φύγουν όσο πιο μακριά μπορούσαν από τις Άες Σεντάι. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι, στην περίπτωση που η Λελαίν είχε σιγανευτεί, θα ήθελε να ξεχάσει ότι ήταν κάποτε Άες Σεντάι, αν μπορούσε. Δεν υπήρχε αμφιβολία, επίσης, ότι θα ήθελε να ξεχάσει πως κάποτε κι η Σιουάν με τη Ληάνε ήταν Άες Σεντάι κι ότι είχαν στερηθεί κάτι. Πολλές Άες Σεντάι θα ένιωθαν πιο άνετα αν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις δύο γυναίκες σαν να μην είχαν ποτέ την ικανότητα να διαβιβάζουν, σαν να μην ήταν ποτέ Άες Σεντάι.
«Η Σέριαμ Σεντάι μου έδωσε άδεια να προσπαθήσω», είπε η Νυνάβε όσο πιο αποφασιστικά τολμούσε σε μια πλήρη αδελφή. Η Λελαίν την κοίταξε κατάματα, ώσπου τελικά η Νυνάβε χαμήλωσε το βλέμμα. Τα δάχτυλά της άσπρισαν γύρω από την πλεξούδα της πριν την αφήσει, όμως το πρόσωπό της έμεινε ατάραχο. Ήταν δοκιμασία για βλάκες το να προσπαθεί μια Αποδεχθείσα να αντιμετωπίσει μια Άες Σεντάι σε αγώνα βλεμμάτων.
«Όλες είμαστε ανόητες καμιά φορά, παιδί μου, όμως η σοφή γυναίκα προσπαθεί να μην το παρακάνει. Αφού φαίνεται ότι έχεις φάει το πρωινό σου, σου συνιστώ να ξεφορτωθείς αυτή την κούπα και να βρεις μια δουλειά να κάνεις πριν μπλέξεις άσχημα. Μήπως σκέφτηκες ποτέ να κόψεις τα μαλλιά σου κοντά; Δεν έχει σημασία. Φύγε τώρα».
Η Νυνάβε έκλινε το γόνυ, αλλά πριν ολοκληρώσει την κίνησή της, η Άες Σεντάι της είχε γυρίσει την πλάτη. Ασφαλής πια από τα μάτια της Λελαίν, την αγριοκοίταξε. Να έκοβε τα μαλλιά της; Σήκωσε την πλεξούδα της και την ανέμισε προς την Άες Σεντάι που απομακρυνόταν. Εξοργίστηκε, όμως, που περίμενε να βρεθεί σε απόσταση ασψαλείας πριν το κάνει, μολονότι αν το είχε κάνει νωρίτερα, σχεδόν σίγουρα τώρα θα είχε πάρει δρόμο για να κάνει παρέα στη Μογκέντιεν στην μπουγάδα, με μια στάση καθ’ οδόν για να δει την Τιάνα. Καθόταν μήνες στο Σαλιντάρ χωρίς να κάνει τίποτα —έμοιαζε να είναι άπραγη, αν το έκρινες πρακτικά, και δεν είχε σημασία τι κατόρθωναν η Νυνάβε κι η Ηλαίην να μάθουν από τη Μογκέντιεν— ανάμεσα σε Άες Σεντάι που δεν έκαναν τίποτα εκτός του να μιλάνε και να περιμένουν, ενώ ο κόσμος όδευε προς την καταστροφή του χωρίς αυτές, κι η Λελαίν της έλεγε να κόψει τα μαλλιά της! Η Νυνάβε είχε καταδιώξει το Μαύρο Ατζα, είχε συλληφθεί κι είχε δραπετεύσει, είχε αιχμαλωτίσει μια Αποδιωγμένη —αυτό δεν το ήξερε βέβαια καμία Άες Σεντάι— κι είχε βοηθήσει την Πανάρχουσα του Τάραμπον να ανακτήσει τον θρόνο της, έστω και για λίγο. Τώρα, το μόνο που έκανε ήταν να κάθεται και να δέχεται αδίκως τα συγχαρητήρια για ό,τι μπορούσε να αποσπάσει από τη Μογκέντιεν. Να έκοβε τα μαλλιά της; Αν ξυριζόταν κι έμενε φαλακρή, εξίσου άχρηστο θα ήταν!
Είδε την Νταγκντάτα Φίντσλεϋ να διασχίζει το πλήθος, φαρδύσωμη σαν άνδρας και πανύψηλη, κι ένιωσε να θυμώνει και με την στρογγυλοπρόσωπη Κίτρινη. Ένας λόγος που είχε επιλέξει να μείνει στο Σαλιντάρ ήταν για να διδαχθεί από τις Κίτρινες, διότι αυτές ήξεραν περισσότερα απ’ όλες για τη Θεραπεία· όλες οι Άες Σεντάι το έλεγαν. Αλλά αν κάποιες ήξεραν περισσότερα από την ίδια για τη Θεραπεία, δεν τα μοιράζονταν με μια απλή Αποδεχθείσα. Οι Κίτρινες κανονικά έπρεπε να είχαν δεχτεί πιο ευνοϊκά απ’ όλες την επιθυμία της να Θεραπεύσει τους πάντες και τα πάντα, ακόμα και το σιγάνεμα, αλλά ήταν οι πιο απόμακρες. Η Νταγκντάτα θα την είχε αφήσει να σφουγγαρίζει πατώματα από την αυγή ως το ηλιοβασίλεμα για να ξεχάσει αυτές τις «ανόητες ιδέες και τη σπατάλη χρόνου», αν δεν είχε παρέμβει η Σέριαμ, ενώ η Νισάο Ντάτσεν, μια μικρόσωμη Κίτρινη με σκληρό βλέμμα, είχε αρνηθεί ακόμα και να μιλήσει στη Νυνάβε, όσο εκείνη επέμενε να προσπαθεί να «αλλάξει τον τρόπο που ήταν υφασμένο το Σχήμα».