Выбрать главу

Το αποκορύφωμα ήταν ότι η αίσθηση του καιρού μέσα της έλεγε ότι ερχόταν καταιγίδα, που τώρα ήταν πιο κοντά, ενώ ο ανέφελος ουρανός κι ο καυτός ήλιος την περιγελούσαν.

Μουρμουρίζοντας μόνη της, έβαλε την πήλινη κούπα στο πίσω μέρος ενός κάρου που περνούσε και τάχυνε για λίγο το βήμα, σαν να πήγαινε βιαστικά κάπου, αποφεύγοντας να σταματήσει για τις συνεχείς ερωτήσεις σχετικά με το τι καινούρια πράγματα μπορούσαν να περιμένουν απ’ αυτήν. Είχε τέτοια νεύρα, ώστε ίσως τους έλεγε ποια ακριβώς ήταν η γνώμη της γι’ αυτές, κάτι που θα ήταν τρομερά ανόητο. Καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα. Ρωτούσαν αυτήν τι θα έκανε ο Ραντ. Της έλεγαν να κόψει τα μαλλιά της. Ε, μα πια!

Φυσικά, δεν τη χαιρετούσαν όλες χαμογελαστές. Λες και δεν έφτανε που η Νισάο την κοίταξε σαν να μην την έβλεπε, αλλά επιπλέον η μικρόσωμη γυναίκα συνέχισε να προχωρεί ευθεία κι η Νυνάβε αναγκάστηκε να παραμερίσει. Μια υπεροπτική Άες Σεντάι με ωχρό μαλλί, διασχίζοντας το πλήθος καβάλα σε ένα ψηλό καφέ μουνούχι με σταχτιές βούλες, της έριξε ένα βλοσυρό, γαλανό βλέμμα ενώ περνούσε. Φαινόταν αψεγάδιαστη, καθώς φορούσε ένα φόρεμα ιππασίας από μετάξι σε ανοιχτούς τόνους του γκρι, αλλά ο ελαφρύς λινός μανδύας που ήταν διπλωμένος μπροστά από τη σέλα της μαρτυρούσε ότι είχε ταξιδέψει κι έδειχνε ότι μόλις είχε φτάσει. Επιβεβαιώνοντας την πιθανότητα να είναι νεοφερμένη, ο κοκαλιάρης Πρόμαχος με το πράσινο σακάκι, που την ακολουθούσε κατά πόδας πάνω σ’ ένα ψηλό σταχτί πολεμικό άτι, έδειχνε ταραγμένος. Οι Πρόμαχοι ποτέ δεν έδειχναν ταραγμένοι, όμως η Νυνάβε φανταζόταν ότι ίσως να έκαναν μια εξαίρεση όταν έπαιρναν μέρος σε μια εξέγερση κατά του Πύργου. Μα το Φως! Ακόμα κι οι νεοφερμένοι την κοίταζαν με μισό μάτι!

Κι έπειτα είδε τον Ούνο με το σημαδεμένο πρόσωπο· το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο με εξαίρεση τον κότσο στην κορυφή, και του έλειπε ένα μάτι, το οποίο έκρυβε με μια καλύπτρα οφθαλμού όπου ήταν ζωγραφισμένο ένα φρικτό αγριεμένο κόκκινο υποκατάστατό του. Έκανε μια παύση, καθώς τα έψελνε με τραχιά φωνή σε έναν συντετριμμένο νεαρό, ο οποίος φορούσε αρματωσιά από πλάκες και πλέγμα και στεκόταν κρατώντας τα γκέμια ενός αλόγου με μια λόγχη δεμένη στη σέλα, κι έστειλε ένα ζεστό χαμόγελο στη Νυνάβε. Ή, μάλλον, θα ήταν ζεστό, αν δεν υπήρχε εκείνη η καλύπτρα. Η γκριμάτσα της Νυνάβε τον έκανε να ανοιγοκλείσει τα μάτια και να ξαναστραφεί βιαστικά στον στρατιώτη για να συνεχίσει τις φωνές.

Αυτό που έκανε το στομάχι της να ξινίσει δεν ήταν ούτε ο Ούνο, ούτε η καλύπτρα οφθαλμού. Ή μάλλον, ήταν και δεν ήταν ο Ούνο. Ο άνθρωπος είχε συνοδεύσει τη Νυνάβε και την Ηλαίην στο Σαλιντάρ, και κάποτε είχε υποσχεθεί ότι θα έκλεβε άλογα —θα τα «δανειζόταν», έτσι το είχε ονομάσει— αν ήθελαν να φύγουν. Τώρα αυτό ήταν απίθανο. Ο Ούνο είχε πλέον χρυσό σιρίτι ολόγυρα στο μανικέτι του φθαρμένου σκούρου σακακιού του· ήταν αξιωματικός, εκπαίδευε βαρύ ιππικό για τον Γκάρεθ Μπράυν, και ήταν τόσο απασχολημένος που δεν ασχολιόταν με τη Νυνάβε. Αν κι αυτό δεν ήταν ακριβώς αλήθεια. Αν η Νυνάβε του έλεγε ότι ήθελε να φύγει, θα της έβρισκε άλογα μέσα σε λίγες ώρες, και στο ταξίδι της θα είχε συνοδεία τους Σιναρανούς με τον κότσο στην κορυφή του κεφαλιού, οι οποίοι είχαν δώσει όρκο πίστης στον Ραντ και βρίσκονταν στο Σαλιντάρ μόνο και μόνο επειδή τους είχαν φέρει εδώ η Νυνάβε κι η Ηλαίην. Αλλά τότε εκείνη θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι είχε κάνει λάθος αποφασίζοντας να μείνουν, να παραδεχτεί ότι έλεγε ψέματα όσες φορές του είχε πει ότι ήταν ευτυχισμένη εκεί που ήταν. Και κάτι τέτοιο της ήταν αδύνατον. Ο βασικός λόγος που έμενε ο Ούνο ήταν επειδή νόμιζε ότι έπρεπε να φροντίζει τη Νυνάβε και την Ηλαίην. Δεν θα του παραδεχόταν τίποτα τέτοιο!

Η σκέψη να φύγει από το Σαλιντάρ ήταν καινούρια, της την είχε βάλει στον νου ο Ούνο, κι είχε αρχίσει να τη μελετά με πάθος. Μακάρι να μην είχαν φύγει για την Αμαδισία ο Θομ κι ο Τζούιλιν. Όχι ότι είχαν κάνει το ταξίδι για λόγους αναψυχής. Παλιά, τότε που φαινόταν ότι οι Άες Σεντάι του Σαλιντάρ θα αναλάμβαναν πραγματικά δράση, οι δυο τους είχαν προσφερθεί εθελοντικά να ανιχνεύσουν τι υπήρχε πέρα από το ποτάμι. Σκοπεύοντας να φτάσουν ακόμα κι ως το Άμαντορ, έλειπαν πάνω από μήνα τώρα και στην καλύτερη περίπτωση θα έκαναν αρκετές μέρες ακόμα για να επιστρέψουν. Βεβαίως, αυτοί δεν ήταν οι μοναδικοί ανιχνευτές· είχαν αποσταλεί ακόμα κι Άες Σεντάι με Προμάχους, αν κι οι περισσότερες είχαν κατεύθυνση πιο μακριά προς τα δυτικά, στο Τάραμπον. Έτσι έδειχναν ότι κάτι έκαναν, κι η καθυστέρηση πριν επιστρέψουν με τα νέα τους ήταν μια καλή δικαιολογία για την αναμονή. Η Νυνάβε μετάνιωνε που είχε αφήσει τους δύο άνδρες να φύγουν. Αν τους είχε πει όχι, δεν θα είχε φύγει κανείς τους.