Ο Θομ ήταν ένας ηλικιωμένος βάρδος, παρ’ όλο που κάποτε ήταν κάτι πολύ ανώτερο, κι ο Τζούιλιν κυνηγός κλεφτών από το Δάκρυ· αμφότεροι ήταν ικανοί άνθρωποι που ήξεραν πώς να τα βγάζουν πέρα σε ξένα μέρη, έμπειροι κι επιδέξιοι. Είχαν συνοδεύσει ως το Σαλιντάρ τη Νυνάβε και την Ηλαίην, και δεν θα της έκαναν ερωτήσεις αν τους έλεγε ότι ήθελε να φύγουν. Σίγουρα θα είχαν πολλά να πουν πίσω από την πλάτη της, αλλά δεν θα της τα έλεγαν κατάμουτρα, όπως θα έκανε ο Ούνο.
Με πίκρα αναγκαζόταν να παραδεχτεί ότι τους χρειαζόταν, αλλά δεν ήξερε πώς να κλέβει άλογα. Ούτως ή άλλως, μια Αποδεχθείσα που ασχολιόταν με τα άλογα δεν θα περνούσε απαρατήρητη, ούτε στους στάβλους, ούτε στις σειρές των πασσάλων που έδεναν τα δικά τους ζώα οι στρατιώτες, κι αν άλλαζε το λευκό φόρεμά της με τις ρίγες, θα την έβλεπαν και θα την ανέφεραν πριν φτάσει καν εκεί. Ακόμα κι αν το κατάφερνε, θα την καταδίωκαν. Τις Αποδεχθείσες που το έσκαγαν, όπως και τις μαθητευόμενες που το έσκαγαν, σχεδόν πάντα τις έπιαναν και τις έφερναν πίσω για να δεχθούν μια τιμωρία που έδιωχνε από τον νου τους κάθε σκέψη για μια δεύτερη απόπειρα. Όταν άρχιζες την εκπαίδευση για να γίνεις Άες Σεντάι, οι Άες Σεντάι ήταν οι μόνες αρμόδιες για να πουν πότε είχες τελειώσει.
Φυσικά, αυτό που τη σταματούσε δεν ήταν ο φόβος της τιμωρίας. Τι ήταν μια-δυο χτυπήματα με τη βέργα μπροστά στο ενδεχόμενο να τη σκότωνε το Μαύρο Ατζα ή να αντίκριζε κάποιον Αποδιωγμένο; Το θέμα ήταν πού στ’ αλήθεια ήθελε να πάει. Πού θα πήγαινε, λοιπόν; Στον Ραντ, στο Κάεμλυν; Στην Εγκουέν που ήταν στην Καιρχίν; Θα ερχόταν, άραγε, η Ηλαίην; Σίγουρα θα ερχόταν, αν ήταν να πάνε στο Κάεμλυν. Η αιτία ήταν η επιθυμία της να κάνει κάτι, ή μήπως ο φόβος της πως θα ανακάλυπταν τη Μογκέντιεν; Η τιμωρία της αν το έσκαγε δεν θα συγκρινόταν με αυτό! Δεν είχε καταλήξει σε κανένα συμπέρασμα, όταν έστριψε μια γωνία και βρέθηκε μπροστά στην τάξη των μαθητευομένων της Ηλαίην, οι οποίες είχαν συγκεντρωθεί σε ένα άνοιγμα ανάμεσα σε δύο πέτρινα σπίτια με καλαμοσκεπές, απ’ όπου είχαν καθαρίσει τα συντρίμμια του τρίτου κτηρίου.
Πάνω από είκοσι λευκοντυμένες γυναίκες κάθονταν σε κοντά σκαμνιά σε ημικύκλιο, παρακολουθώντας την Ηλαίην να καθοδηγεί δύο από την ομάδα τους σε μια άσκηση. Η λάμψη του σαϊντάρ περιέβαλλε τις τρεις γυναίκες. Η Ταμπίγια, μια κοπελίτσα περίπου δεκάξι χρονών με πράσινα μάτια και φακίδες, κι η Νίκολα, μια λυγερή μελαχρινή συνομήλικη της Νυνάβε, αντάλλασσαν αδέξια μεταξύ τους μια μικρή φλόγα. Η φλόγα τρεμόπαιζε και μερικές φορές εξαφανιζόταν για μια στιγμή όταν η μια καθυστερούσε να την πάρει από την άλλη και να τη συντηρήσει. Στη διάθεση που είχε, η Νυνάβε έβλεπε καθαρά τις ροές που ύφαιναν.
Όταν η Σέριαμ κι οι υπόλοιπες το είχαν σκάσει, είχαν πάρει μαζί τους δεκαοκτώ μαθητευόμενες —μία απ’ αυτές ήταν η Ταμπίγια— αλλά οι περισσότερες σ’ αυτή την ομάδα ήταν σαν τη Νίκολα, πρόσφατα στρατολογημένες, αφότου οι Άες Σεντάι είχαν εγκατασταθεί στο Σαλιντάρ. Η Νίκολα δεν ήταν η μοναδική γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας από τη συνηθισμένη για τις μαθητευόμενες· το ίδιο συνέβαινε με τις μισές που βρίσκονταν εκεί. Όταν η Νυνάβε κι η Ηλαίην είχαν πάει στον Πύργο, οι Άες Σεντάι σπανίως περνούσαν από τη δοκιμασία γυναίκες πολύ μεγαλύτερες από την Ταμπίγια —η Νυνάβε προκαλούσε έκπληξη όχι μόνο για το γεγονός ότι ήταν αδέσποτη, όπως τις ονόμαζαν, αλλά και για την ηλικία της— αλλά, ίσως μέσα στην απόγνωσή τους, οι Άες Σεντάι εδώ είχαν αρχίσει να δοκιμάζουν γυναίκες που ήταν κι ένα και δύο χρόνια μεγαλύτερες της Νυνάβε. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τώρα το Σαλιντάρ είχε περισσότερες μαθητευόμενες απ’ όσες είχε ο Πύργος εδώ και χρόνια. Αυτή η επιτυχία είχε κάνει τις Άες Σεντάι να στείλουν αδελφές σ’ ολόκληρη την Αλτάρα για να ψάχνουν από χωριό σε χωριό.
«Εύχεσαι να δίδασκες αυτή την τάξη;»
Η Νυνάβε άκουσε τη φωνή στον ώμο και το στομάχι της δέθηκε κόμπος. Δυο φορές μέσα σ’ ένα πρωί. Μακάρι να είχε λίγη χηνόμεντα στο πουγκί της ζώνης της. Αν άφηνε να την αιφνιδιάζουν συνεχώς, θα κατέληγε να ξεδιαλέγει έγγραφα για καμιά Καφέ αδελφή.
Φυσικά η ροδομάγουλη Ντομανή δεν ήταν Άες Σεντάι. Αν βρίσκονταν στον Πύργο, η Τέοντριν θα είχε ήδη φορέσει το επώμιο, εδώ, όμως, την είχαν αναγνωρίσει ως ανώτερη από Αποδεχθείσα αλλά κατώτερη από πλήρη αδελφή. Είχε το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό στο δεξί χέρι αντί για το αριστερό και φορούσε ένα πράσινο φόρεμα που ταίριαζε με την μπρούντζινη επιδερμίδα της, αλλά δεν μπορούσε να επιλέξει Άτζα ή να βάλει το επώμιο.