Выбрать главу

«Έχω να κάνω καλύτερα πράγματα από το να διδάσκω μια ομάδα από ξεροκέφαλες μαθητευόμενες».

Η Τέοντριν απλώς χαμογέλασε με την ξινίλα στη φωνή της Νυνάβε. Ήταν καλοσυνάτη γυναίκα. «Μια ξεροκέφαλη Αποδεχθείσα για να διδάξει ξεροκέφαλες μαθητευόμενες;» Σννήθως ήταν καλοσυνάτη. «Όταν καταφέρουμε να μπορείς να διαβιβάζεις χωρίς να είσαι έξω φρενών, τότε θα διδάσκεις κι εσύ μαθητευόμενες. Και δεν θα με ξάφνιαζε, αν λίγο αργότερα γινόσουν πλήρης αδελφή, με τα πράγματα που ανακαλύπτεις. Ξέρεις, ποτέ δεν μου έχεις πει ποιο είναι το τέχνασμά σου». Οι αδέσποτες πάντα είχαν ένα τέχνασμα που είχαν μάθει, τον τρόπο που τους είχε πρωτοαποκαλυφθεί η ικανότητα της διαβίβασης. Το άλλο κοινό σημείο των περισσότερων αδέσποτων ήταν ένας φραγμός, κάτι που είχαν χτίσει στο μυαλό τους για να κρύψουν την ικανότητα της διαβίβασης ακόμα κι από τον εαυτό τους.

Η Νυνάβε κατάφερε μετά δυσκολίας να κρατήσει μια ήρεμη έκφραση. Μακάρι να μπορούσε να διαβιβάζει όποτε ήθελε. Να γινόταν Άες Σεντάι. Τίποτε από αυτά δεν θα βοηθούσε στο πρόβλημα της Μογκέντιεν, αλλά έτσι θα μπορούσε να πηγαίνει όπου ήθελε, να μελετά χωρίς να έρχεται καμία και να της λέει ότι τούτο ή εκείνο το πράγμα δεν μπορούσαν να Θεραπευθούν. «Ήταν άνθρωποι που ανάρρωναν, ενώ κανονικά δεν έπρεπε. Θύμωνα τόσο πολύ όταν κάποιος πλησίαζε τον θάνατο, ενώ όσα ήξερα για τα βότανα ήταν άχρηστα, που...» Σήκωσε τους ώμους. «Και τότε γιατρεύονταν».

«Πολύ καλύτερο από το δικό μου». Η λυγερή γυναίκα άφησε έναν αναστεναγμό. «Μπορούσα να κάνω ένα αγόρι να θέλει να με φιλήσει ή να μην θέλει. Ο φραγμός μου ήταν οι άνδρες, όχι ο θυμός». Η Νυνάβε την κοίταξε χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά της, κι η Τέοντριν γέλασε. «Εντάξει, υπήρχε επίσης και το συναίσθημα. Αν ήταν κάποιος άνδρας εκεί μπροστά κι ένιωθα έντονη συμπάθεια ή αντιπάθεια γι’ αυτόν, τότε μπορούσα να διαβιβάσω. Αν δεν ένιωθα ούτε το ένα ούτε το άλλο ή αν δεν υπήρχε πουθενά άνδρας, τότε ήμουν εντελώς ανίκανη να διαβιβάσω το σαϊντάρ».

«Πώς κατάφερες να το ξεπεράσεις;» ρώτησε η Νυνάβε με περιέργεια. Η Ηλαίην τώρα είχε βάλει τις μαθητευόμενες σε ζευγάρια να προσπαθούν να περάσουν μικρές φλόγες η μια στην άλλη.

Το χαμόγελο της Τέοντριν έγινε πιο πλατύ, αλλά τα μάγουλά της κοκκίνισαν λιγάκι. «Ένας νεαρός ονόματι Τσάρελ, ιπποκόμος στους στάβλους του Πύργου, μου έκανε τα γλυκά μάτια. Ήμουν δεκαπέντε χρόνων κι είχε υπέροχο χαμόγελο. Οι Άες Σεντάι του επέτρεπαν να παρευρίσκεται στα μαθήματά μου, ούτως ώστε να μπορώ να διαβιβάζω. Κάτι που δεν ήξερα ήταν ότι από την αρχή η Σέριαμ ήταν εκείνη που είχε κανονίσει να τον γνωρίσω». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν κι άλλο. «Κάτι που επίσης δεν ήξερα ήταν ότι είχε μια δίδυμη αδελφή ή ότι ύστερα από λίγες μέρες ο Τσάρελ που καθόταν στη γωνιά ήταν στην πραγματικότητα η Μάρελ. Όταν έβγαλε το σακάκι και το πουκάμισό της μια μέρα, ενώ ακόμα έκανα μάθημα, σοκαρίστηκα τόσο πολύ που λιποθύμησα. Αλλά από κει και μετά μπορούσα να διαβιβάζω όποτε ήθελα».

Η Νυνάβε πάτησε τα γέλια —δεν κρατήθηκε— και παρά το αναψοκοκκίνισμά της, η Τέοντριν τη μιμήθηκε χωρίς να συγκρατείται. «Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο και για μένα, Τέοντριν».

«Είτε είναι, είτε δεν είναι», είπε η Τέοντριν, και το γέλιο της έσβησε, «θα διαλύσουμε τον φραγμό σου. Τώρα το απόγευμα—»

«Θα εξετάσω τη Σιουάν το απόγευμα», τη διέκοψε βιαστικά η Νυνάβε κι η Τέοντριν έσφιξε τα χείλη.

«Με αποφεύγεις, Νυνάβε. Τον τελευταίο μήνα κατάφερες να ξεφύγεις από όλες τις συναντήσεις μας εκτός από τρεις. Θα το δεχόμουν, αν δοκίμαζες κι αποτύγχανες, αλλά δεν πρόκειται να δεχτώ ότι φοβάσαι να δοκιμάσεις».

«Δεν φοβάμαι», άρχισε να λέει αγανακτισμένη η Νυνάβε, ενώ την ίδια στιγμή μια φωνούλα τη ρωτούσε μήπως προσπαθούσε να κρύψει την αλήθεια κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Ήταν αποκαρδιωτικό να προσπαθείς και να ξαναπροσπαθείς και να προσπαθείς ξανά — και να αποτυγχάνεις.

Η Τέοντριν δεν την άφησε να συνεχίσει. «Δεδομένου ότι έχεις υποχρεώσεις σήμερα», είπε γαλήνια, «θα σε δω αύριο, και θα σε βλέπω κάθε μέρα από δω και πέρα, ειδάλλως θα αναγκαστώ να λάβω μέτρα. Δεν θέλω να το κάνω αυτό, και σίγουρα ούτε κι εσύ, αλλά σκοπεύω να διαλύσω τον φραγμό σου. Η Μυρέλ μου ζήτησε να καταβάλω κάθε προσπάθεια κι ορκίζομαι ότι θα το κάνω».

Η Νυνάβε έμεινε να χάσκει, επειδή σχεδόν αυτό είχε πει κι η ίδια στη Σιουάν. Ήταν η πρώτη φορά που η Τέοντριν χρησιμοποιούσε την αυξημένη εξουσία της θέσης της. Με την τύχη που είχε σήμερα η Νυνάβε, μπορεί να κατέληγε να περιμένει δίπλα στη Σιουάν για να δει την Τιάνα.

Η Τέοντριν δεν περίμενε την απάντηση της. Απλώς ένευσε σαν να είχε λάβει τη συγκατάθεση της και μετά πήρε τον δρόμο. Η Νυνάβε είχε την αίσθηση ότι είδε στους ώμους της άλλης ένα επώμιο με κρόσσια. Το πρωί είχε πάει χάλια ως τώρα. Και να που αναφερόταν πάλι η Μυρέλ! Της ήρθε να τσιρίξει.