Η Ηλαίην την κοίταξε καμαρωτά ανάμεσα στις μαθητευόμενες, αλλά η Νυνάβε κούνησε μαλακά το κεφάλι και γύρισε να φύγει. Θα γυρνούσε στο δωμάτιό της. Άλλο ένα σημάδι του πώς πήγαινε η μέρα ήταν που πριν η Νυνάβε φτάσει εκεί, έπεσε πάνω της τρέχοντας η Νταγκντάτα Φίντσεϋ και την έριξε ανάσκελα στο έδαφος. Τρέχοντας! Μια Άες Σεντάι! Εκτός αυτού, η μεγαλόσωμη γυναίκα δεν σταμάτησε στιγμή, ούτε καν για να πει μια συγγνώμη πάνω από τον ώμο της, καθώς συνέχισε να ανοίγει δρόμο στο πλήθος.
Η Νυνάβε σηκώθηκε, ξεσκονίστηκε, έκανε με βαριά βήματα τον υπόλοιπο δρόμο για το δωμάτιό της και βρόντηξε την πόρτα πίσω της. Έκανε ζέστη, μύριζε κλεισούρα, τα κρεβάτια θα ήταν άστρωτα μέχρι που θα τα έφτιαχνε η Μογκέντιεν, και, το χειρότερο, η αίσθηση του καιρού που είχε της έλεγε ότι εκείνη τη στιγμή κανονικά θα έπρεπε να πέφτει χαλάζι στο Σαλιντάρ. Αλλά εδώ, στο δωμάτιό της, ούτε θα την αιφνιδίαζαν, ούτε θα την τσαλαπατούσαν.
Σωριάστηκε στα τσαλακωμένα σεντόνια της και ξάπλωσε παίζοντας με το δάχτυλο το ασημένιο βραχιόλι, ενώ οι σκέψεις της στριφογύριζαν από το τι θα κατάφερνε να ξετρυπώσει από τη Μογκέντιεν σήμερα ως το αν η Σιουάν θα έκανε την εμφάνισή της το απόγευμα, κι από τον Λαν ως τον φραγμό της και το αν θα έμενε στο Σαλιντάρ. Θα έφευγε, δεν θα το έσκαγε. Μάλλον θα πήγαινε στο Κάεμλυν, στον Ραντ· χρειαζόταν κάποιον να τον προσέχει μήπως έπαιρναν τα μυαλά του αέρα, κι η Ηλαίην θα το ήθελε αυτό. Το κακό ήταν ότι η ιδέα της αναχώρησής της —έφευγε, δεν το έσκαγε!— φαινόταν πιο ελκυστική τώρα, που η Τέοντριν της είχε φανερώσει τις προθέσεις της.
Περίμενε ότι από τα συναισθήματα που διαπερνούσαν το α’ντάμ θα είχε κάποια προειδοποίηση για το πότε θα τελείωνε η Μογκέντιεν τις αγγαρείες της και θα πήγαινε να τη βρει —συχνά κρυβόταν όταν μελαγχολούσε— αλλά η ντροπή κι η οργή δεν καταλάγιασαν ούτε στιγμή, κι η πόρτα που άνοιξε με πάταγο την αιφνιδίασε.
«Εδώ είσαι, λοιπόν», είπε στριγκά η Μογκέντιεν. «Κοίτα!» Ύψωσε τα χέρια της. «Χάλασαν!» Της Νυνάβε δεν της φαινόταν διαφορετικά από τα χέρια οποιασδήποτε γυναίκας που έπλενε ρούχα· ήταν βέβαια χλωμά και ζαρωμένα, αλλά αυτό θα περνούσε. «Λες και δεν φτάνει που πρέπει να ζω στην ανέχεια, πηγαίνοντας και φέρνοντας πράγματα σαν υπηρέτρια, αλλά τώρα με βάζουν να μοχθώ σαν καμιά πρωτόγονη—!»
Η Νυνάβε τη διέκοψε με μια απλή κίνηση. Σκέφτηκε ένα γρήγορο κατέβασμα της βέργας, τι αίσθηση θα έδινε, και μετά έστρεψε αυτή τη σκέψη στο τμήμα του μυαλού της που κρατούσε τα συναισθήματα που δεχόταν από τη Μογκέντιεν. Τα μαύρα μάτια της άλλης γούρλωσαν και το στόμα της έκλεισε, με τα χείλη να σφίγγονται. Δεν ήταν δυνατή ξυλιά, αλλά ήταν μια υπενθύμιση.
«Κλείσε την πόρτα και κάθισε», είπε η Νυνάβε. «Μπορείς να στρώσεις τα κρεβάτια μετά. Θα κάνουμε μάθημα».
«Είμαι συνηθισμένη σε καλύτερα», διαμαρτυρήθηκε η Μογκέντιεν, ενώ συμμορφωνόταν. «Ακόμα κι οι νυχτερινοί εργάτες στο Τότζαρ ήταν συνηθισμένες σε καλύτερα!»
«Αν δεν κάνω λάθος», της είπε κοφτά η Νυνάβε, «ο νυχτερινός εργάτης στο μέρος που λες δεν είχε τη θανατική καταδίκη να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του. Όποια στιγμή θες, μπορούμε να πούμε στη Σέριαμ ποια είσαι». Ήταν μπλόφα —η Νυνάβε ένιωσε κάτι σαν φωτιά να απλώνεται στο στομάχι της και μόνο στη σκέψη— αλλά από τη Μογκέντιεν χίμηξε μια πλημμύρα φόβου που έφερνε αναγούλα. Η Νυνάβε σχεδόν ένιωσε θαυμασμό που η άλλη γυναίκα διατηρούσε τόση αταραξία στο πρόσωπό της· αν ένιωθε τέτοιο πράγμα η ίδια, θα τσίριζε και θα έτριζε τα δόντια της πεσμένη στο πάτωμα.
«Τι θέλεις να σου δείξω;» είπε η Μογκέντιεν με ήρεμο τόνο. Πάντα έπρεπε να της λένε τι ήθελαν. Ουσιαστικά, ποτέ δεν πρόσφερε κάτι η ίδια, εκτός αν την πίεζαν σε βαθμό τον οποίο η Νυνάβε θεωρούσε ότι άγγιζε τα πρόθυρα βασανιστηρίου.
«Θα δοκιμάσουμε κάτι που δεν κατάφερες να μας διδάξεις. Πώς εντοπίζουμε τη διαβίβαση ενός άνδρα». Ως τώρα, ήταν το μόνο πράγμα που δεν είχαν καταφέρει να μάθουν με ευκολία η Νυνάβε κι η Ηλαίην. Θα ήταν χρήσιμο αν αποφάσιζε να πάει στο Κάεμλυν.
«Δεν είναι εύκολο, ειδικά χωρίς άνδρα για να εξασκηθείς. Κρίμα που δεν κατάφερες να Θεραπεύσεις τον Λογκαίν». Ούτε η φωνή, ούτε το πρόσωπό της έδειχναν ίχνη χλευασμού, όμως έριξε μια ματιά στη Νυνάβε και συνέχισε βιαστικά. «Πάντως, μπορούμε να ξαναδοκιμάσουμε τις μορφές».
Πράγματι, το μάθημα δεν ήταν εύκολο. Ποτέ δεν ήταν εύκολο, ακόμα κι όταν υπήρχε κάτι που η Νυνάβε μπορούσε να μάθει αμέσως, όταν φαίνονταν καθαρά οι υφάνσεις. Η Μογκέντιεν δεν μπορούσε να διαβιβάσει, αν δεν της το επέτρεπε η Νυνάβε, αν δεν την καθοδηγούσε η Νυνάβε, αλλά σε ένα καινούριο μάθημα η Νυνάβε έπρεπε να προπορευτεί για να δείξει πώς θα πήγαιναν οι ροές. Ήταν ένα ωραίο μπέρδεμα, ο βασικός λόγος που δεν μπορούσαν να μαθαίνουν δέκα καινούρια πράγματα από τη Μογκέντιεν κάθε μέρα. Σ’ αυτή την περίπτωση, η Νυνάβε είχε ήδη κάποια ιδέα για το πώς ήταν υφασμένες οι ροές, αλλά επρόκειτο για μια περίπλοκη δαντέλα φτιαγμένη κι από τις Πέντε Δυνάμεις, που μπροστά της η Θεραπεία φάνταζε κάτι απλό, και το σχήμα μεταβαλλόταν με αστραπιαία ταχύτητα. Η δυσκολία αυτή ήταν κι ο λόγος που δεν το χρησιμοποιούσαν συχνά, ισχυριζόταν η Μογκέντιεν. Κι επίσης σου προκαλούσε οδυνηρό πονοκέφαλο αν το συνέχιζες για ώρα.