Выбрать главу

Η Νυνάβε ξάπλωσε στο κρεβάτι της κι άρχισε να το υφαίνει βάζοντας όλα τα δυνατά της. Αν πήγαινε στον Ραντ, ίσως το χρειαζόταν, και δεν ήξερε πόσο σύντομα θα έφευγε. Διαβίβαζε τις ροές μόνη της· σκεφτόταν αραιά και πού τον Λαν ή την Τέοντριν κι ο θυμός της κόρωνε. Κάποια στιγμή θα καλούσαν τη Μογκέντιεν να λογοδοτήσει για τα εγκλήματά της, και τι θα έκανε τότε η Νυνάβε, που είχε μάθει να χρησιμοποιεί τη δύναμη μιας άλλης γυναίκας όποτε ήθελε; Έπρεπε να μάθει πώς να ζει και να δουλεύει με τα όριά της. Άραγε, μπορούσε η Τέοντριν να διαλύσει τον φραγμό της; Ο Λαν πρέπει να ήταν ακόμα ζωντανός, άρα μπορούσε να τον βρει. Η δυσφορία έγινε πόνος που άρχισε να τρυπά τους κροτάφους της. Ένα σφίξιμο φάνηκε στους μυς γύρω από τα μάτια της Μογκέντιεν, η οποία έτριβε πού και πού το κεφάλι της, αλλά κάτω από τον φόβο, το βραχιόλι μετέφερε κάτι που έμοιαζε σχεδόν με γαλήνη. Η Νυνάβε σκέφτηκε ότι ακόμα κι όταν δεν ήθελες να διδάξεις κάτι, σου έφερνε μια κάποια ικανοποίηση. Δεν της πολυάρεσε το να επιδεικνύει η Μογκέντιεν μια τέτοια φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση.

Δεν ήξερε πόση ώρα συνεχιζόταν το μάθημα, με τη Μογκέντιεν να μουρμουρίζει, «Σχεδόν», κι «Όχι ακριβώς έτσι», αλλά όταν η πόρτα ξανάνοιξε με πάταγο, σχεδόν πετάχτηκε από το στρώμα. Το ξαφνικό λόγχισμα του φόβου από τη Μογκέντιεν, σε μια άλλη γυναίκα θα συνοδευόταν από ουρλιαχτό.

«Τα έμαθες, Νυνάβε;» ρώτησε η Ηλαίην, κλείνοντας την πόρτα. «Ήρθε απεσταλμένη από τον Πύργο, από την Ελάιντα».

Η Νυνάβε ξέχασε τα λόγια που θα φώναζε αν η καρδιά της δεν είχε φράξει το λαιμό της. Ξέχασε ακόμα και τον πονοκέφαλό της. «Απεσταλμένη; Είσαι σίγουρη;»

«Φυσικά και είμαι σίγουρη, Νυνάβε. Λες να ερχόμουν τρέχοντας αν ήταν κουτσομπολιό; Όλο το χωριό ξεσηκώθηκε».

«Δεν ξέρω γιατί», είπε ξινά η Νυνάβε. Ένιωθε ξανά την ενόχληση μέσα στο κρανίο της. Κι η καούρα στο στομάχι της δεν θα καταλάγιαζε ακόμα και με όλη τη χηνόμεντα που είχε στο σακίδιο με τα βότανα κάτω από το κρεβάτι της. Δεν θα μάθαινε ποτέ αυτή η κοπέλα να χτυπά την πόρτα; Η Μογκέντιεν πίεζε την κοιλιά της με τα δύο χέρια, δείχνοντας ότι θα ’θελε κι αυτή λίγη χηνόμεντα. «Τους είπαμε ότι η Ελάιντα ήξερε για το Σαλιντάρ».

«Μπορεί να μας πίστεψαν», είπε η Ηλαίην ενώ καθόταν στο κάτω μέρος του κρεβατιού της Νυνάβε, «μπορεί και να μη μας πίστεψαν, αλλά αυτό το επιβεβαίωσε. Η Ελάιντα ξέρει πού είμαστε, ίσως και τι ετοιμάζουμε. Οποιαδήποτε υπηρέτρια θα μπορούσε να είναι πληροφοριοδότης της. Μπορεί και κάποια από τις αδελφές. Νυνάβε, την είδα την απεσταλμένη για μια στιγμή. Κιτρινόξανθα μαλλιά και γαλανά μάτια που θα έκαναν τον ήλιο να παγώσει. Η Φαολάιν είπε ότι είναι μια Κόκκινη ονόματι Τάρνα Φάιρ. Τη συνόδευε ένας Πρόμαχος από τους σκοπούς. Όταν σε κοιτάζει, είναι σαν να κοιτάζει πέτρα».

Η Νυνάβε κοίταξε τη Μογκέντιεν. «Τελειώσαμε με το μάθημα προς το παρόν. Ξαναέλα σε μια ώρα για να στρώσεις τα κρεβάτια». Περίμενε να φύγει η Μογκέντιεν, η οποία είχε σουφρώσει τα χείλη κι έσφιγγε τα φουστάνια της, και μετά στράφηκε στην Ηλαίην. «Τι... μήνυμα έφερε;»

«Εννοείται πως δεν μου είπαν, Νυνάβε. Όλες οι Άες Σεντάι που συνάντησα στον δρόμο αναρωτιούνται το ίδιο πράγμα. Άκουσα ότι όταν είπαν στην Τάρνα πως θα τη δεχθεί η Αίθουσα του Πύργου, αυτή γέλασε. Κι όχι σαν να το έβρισκε διασκεδαστικό. Μη μου πεις ότι...» Η Ηλαίην δάγκωσε για μια στιγμή το χείλος της. «Μη μου πεις ότι θα αποφασίσουν να...»

«Να ξαναγυρίσουν;» είπε η Νυνάβε με απορία. «Η Ελάιντα θα τις έβαζε να κάνουν τα δέκα τελευταία χιλιόμετρα γονατιστές και το τελευταίο χιλιόμετρο με την κοιλιά! Αλλά ακόμα κι αν δεν το έκανε αυτό, ακόμα κι αν τούτη η Κόκκινη πει, “Γυρίστε σπίτι. Όλα έχουν συγχωρεθεί και το φαγητό περιμένει στο τραπέζι”, λες να παραμέριζαν τόσο εύκολα το θέμα του Λογκαίν;»

«Νυνάβε, οι Άες Σεντάι θα μπορούσαν να παραμερίσουν τα πάντα για να ενωθεί ξανά ο Λευκός Πύργος. Τα πάντα. Δεν τις καταλαβαίνεις όπως εγώ· υπήρχαν Άες Σεντάι στο παλάτι από τη μέρα που γεννήθηκα. Το ερώτημα τώρα είναι, τι λέει η Τάρνα στην Αίθουσα; Και τι της λένε αυτές;»