Выбрать главу

«Αυτό θα ήταν εκπληκτικό νέο», είπε ξερά ο Νάιαλ. Σίγουρα θα ήταν εκπληκτικό. Ανάμεσα στα λάβαρα και τις σημαίες που στόλιζαν τις κορνίζες της αίθουσας, οι Τρεις Λεοπαρδάλεις του Μάτιν Στεπάνεος, με ασημί χρώμα σε μαύρο φόντο, κρέμονταν πλάι σε ένα Ιλιανό Βασιλικό Λάβαρο, που είχε χρυσά κρόσσια κι έδειχνε εννέα χρυσοκέντητες μέλισσες σε πράσινο μετάξι. Ο Ιλιανός βασιλιάς επιτέλους είχε βγει νικητής από τις Ταραχές, τουλάχιστον σε βαθμό που είχε καταφέρει να πιέσει για μια συνθήκη, η οποία επιβεβαίωνε τα σύνορα μεταξύ της Αμαδισία και της Αλτάρα στο σημείο που ήταν αρχικά —

όμως ο Νάιαλ αμφέβαλλε ότι ο Στεπάνεος θα ξεχνούσε ποτέ στη ζωή του ότι στο Σορμαίν είχε το πλεονέκτημα του εδάφους και των αριθμών και παρ’ όλα αυτά είχε νικηθεί κι είχε αιχμαλωτιστεί. Αν οι Ιλιανοί Σύντροφοι δεν είχαν υπερασπιστεί το πεδίο της μάχης, ούτως ώστε να μπορέσει ο υπόλοιπος στρατός να ξεφύγει από την παγίδα του Νάιαλ, σήμερα η Αλτάρα θα ήταν επαρχία των Τέκνων, πιθανότατα το ίδιο και το Μουράντυ, ακόμα και το Ίλιαν. Και το χειρότερο: ο Μάτιν Στεπάνεος είχε για συμβουλάτορά του μια μάγισσα της Ταρ Βάλον, αν κι έκρυβε τόσο το γεγονός όσο και την ίδια. Ο Νάιαλ είχε στείλει απεσταλμένους, επειδή δεν τολμούσε να αφήσει κανένα μέσο χωρίς να το δοκιμάσει, αλλά ναι, αν ο Μάτιν Στεπάνεος ερχόταν αυτοβούλως με το μέρος του, αυτό όντως θα ήταν εκπληκτικό. «Συνέχισε. Και συντόμευε. Είμαι πνιγμένος στις δουλειές σήμερα και μπορώ να διαβάσω αργότερα τις γραπτές αναφορές σου».

Παρά τις οδηγίες, η αναφορά του Ομέρνα ήταν μακροσκελής και την απέδωσε με δυνατή φωνή, γεμάτη βεβαιότητα. Ο αλ’Θόρ είχε επεκτείνει ελάχιστα τον έλεγχό του στο Άντορ πέρα από το Κάεμλυν. Προφανώς, η αστραπιαία κι αιματηρή προέλασή του είχε αναχαιτιστεί επιτέλους — ο Ομέρνα φρόντισε να επισημάνει ότι ο ίδιος το είχε προβλέψει. Ήταν μικρές οι πιθανότητες να συμμαχήσουν σύντομα οι Μεθόριες με τα Τέκνα εναντίον του ψεύτικου Δράκοντα· υπήρχαν άρχοντες στο Σίναρ, στο Άραφελ και στο Κάντορ, οι οποίοι επωφελούνταν από την ηρεμία της Μάστιγας για να εξεγερθούν, κι η Βασίλισσα της Σαλδαίας είχε απομονωθεί στην εξοχή, φοβούμενη το ίδιο πράγμα, κατά τα λεγόμενα του Ομέρνα. Οι πράκτορές του όμως ήταν επί τω έργω, κι οι Μεθορίτες μονάρχες θα κατατροπώνονταν μόλις αυτές οι ασήμαντες εξεγέρσεις καταπνίγονταν. Από την άλλη μεριά, οι μονάρχες του Μουράντυ, της Αλτάρα και της Γκεάλνταν ήταν έτοιμοι να συμμορφωθούν, αν και προς το παρόν προφασίζονταν αμφιθυμία για να κατευνάσουν τις μάγισσες της Ταρ Βάλον. Η Αλιάντρε της Γκεάλνταν ήξερε ότι ο θρόνος της έτριζε, ήξερε ότι χρειαζόταν τη βοήθεια των Τέκνων για να μην γκρεμιστεί απότομα, όπως οι προκάτοχοί της, ενώ τόσο η Τάυλιν της Αλτάρα όσο κι ο Ρέντραν του Μουράντυ ήλπιζαν ότι η ισχύς των Τέκνων θα τους βοηθούσε να γίνουν επιτέλους κάτι παραπάνω από μαριονέτες. Προφανώς, ο Ομέρνα θεωρούσε ότι ο Νάιαλ είχε ήδη αυτά τα έθνη στο τσεπάκι του.

Στο εσωτερικό της Αμαδισία, η εικόνα ήταν ακόμα καλύτερη, κατά τη γνώμη του Ομέρνα. Οι νεοσύλλεκτοι συνέρρεαν κάτω από τα λάβαρα των Τέκνων σε πρωτοφανείς αριθμούς συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια. Για την ακρίβεια, αυτό δεν αφορούσε στον Ομέρνα, αλλά πάντα άρτυε τις αναφορές του με ό,τι καλό νέο έβρισκε. Ο Προφήτης δεν θα αναστάτωνε τη χώρα για πολύ ακόμα· προς το παρόν, τα στίφη του τσακώνονταν για το διαγούμισμα των χωριών και των μεγάρων του Βορρά, κι ίσως να σκόρπιζαν και να επέστρεφαν στην Γκεάλνταν την επόμενη φορά που θα δέχονταν πίεση από τους στρατιώτες του Αιλρον. Ελάχιστος χώρος έμενε πια στις φυλακές, αφού οι Σκοτεινόφιλοι κι οι κατάσκοποι της Ταρ Βάλον συλλαμβάνονταν πιο γρήγορα απ’ όσο προλάβαιναν να τους κρεμάσουν. Οι έρευνες για μάγισσες της Ταρ Βάλον είχαν βρει ως τώρα μόνο δύο, αλλά πάνω από εκατό γυναίκες είχαν ανακριθεί, ένδειξη του ζήλου που έδειχναν οι περιπολίες. Επίσης συλλαμβάνονταν λιγότεροι πρόσφυγες από το Τάραμπον, απόδειξη ότι η καραντίνα γινόταν πιο αποτελεσματική· αυτούς που συλλάμβαναν, τους ξαναπετούσαν στο Τάραμπον όσο πιο γρήγορα μπορούσαν ώστε να τους πάνε στα σύνορα. Αυτό το τελευταίο το ανέφερε επί τροχάδην, κάτι διόλου παράξενο, δεδομένης της ηλίθιας εμμονής του με τους Φωτοδότες.

Ο Νάιαλ άκουγε με μισό αυτί, ίσα για να ξέρει πότε να νεύσει. Ο Ομέρνα ήταν ικανός διοικητής στο πεδίο της μάχης, όταν του έλεγε κάποιος τι να κάνει, αλλά στην τωρινή του θέση η ευπιστία κι η βλακεία του ήταν δοκιμασία για τα νεύρα. Ανέφερε πεισματικά ότι η Μοργκέις ήταν νεκρή και ότι το πτώμα της είχε ειδωθεί κι αναγνωριστεί πέραν πάσης αμφιβολίας, ως τη μέρα που ο Νάιαλ την είχε παρουσιάσει μπροστά του. Είχε χλευάσει τις «φήμες» ότι η Πέτρα του Δακρύου είχε πέσει, κι ακόμα αρνιόταν ότι το ισχυρότερο φρούριο του κόσμου είχε καταληφθεί από κάποια εξωτερική δύναμη· επέμενε πως είχε προηγηθεί προδοσία, κάποιος Υψηλός Άρχοντας που είχε προδώσει την Πέτρα στον αλ’Θόρ και στην Ταρ Βάλον. Ισχυριζόταν ότι ο όλεθρος στο Φάλμε κι οι ταραχές στο Τάραμπον και το Άραντ Ντόμαν ήταν έργο των στρατευμάτων του Άρτουρ του Γερακόφτερου που είχαν επιστρέψει από τον ωκεανό Άρυθ. Ήταν πεπεισμένος ότι η Σιουάν Σάντσε δεν είχε καθαιρεθεί, ότι ο αλ’Θόρ ήταν παράφρων και πέθαινε, ότι η Ταρ Βάλον είχε δολοφονήσει τον Βασιλιά Γκάλντριαν σκοπίμως για να δώσει έναυσμα στον εμφύλιο της Καιρχίν, κι ότι αυτά τα τρία «γεγονότα» κατά κάποιον τρόπο σχετίζονταν με αυτές τις γελοίες φήμες, πάντα από κάποια πηγή που κατά βολικό τρόπο ήταν μακριά, φήμες για ανθρώπους που έπιαναν φωτιά ή για εφιάλτες που εμφανίζονταν από το πουθενά και μακέλευαν ολόκληρα χωριά. Δεν ήξερε πώς ακριβώς γινόταν αυτό, αλλά δούλευε σε μια βαρυσήμαντη θεωρία που υποσχόταν ότι θα την παρουσίαζε από μέρα σε μέρα, μια θεωρία που υποτίθεται πως θα εξηγούσε όλα τα σχέδια των μαγισσών και θα έφερνε την Ταρ Βάλον στα χέρια του Νάιαλ.