Выбрать главу

Αυτός ήταν ο Ομέρνα· ή μηχανευόταν περίπλοκες εξηγήσεις γι’ αυτά που είχαν συμβεί ή κατάπινε αμάσητα τα κουτσομπολιά του δρόμου. Περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου του ακούγοντας αυτά τα κουτσομπολιά, τόσο σε μέγαρα όσο και στους δρόμους. Όχι μόνο είχε θεαθεί να πίνει σε καπηλειά παρέα με Κυνηγούς του Κέρατος, αλλά, επίσης, ήταν κοινό μυστικό ότι είχε δώσει αμύθητα ποσά για τρία υποτιθέμενα Κέρατα του Βαλίρ. Κάθε φορά που έβρισκε ένα, το έπαιρνε στην ύπαιθρο και περνούσε μέρες φυσώντας το, ώσπου αναγκαζόταν ακόμα κι αυτός να παραδεχτεί ότι δεν επρόκειτο να βγουν νεκροί ήρωες καβάλα στα άλογά τους από τον τάφο. Ακόμα και τότε, οι αποτυχίες δεν τον εμπόδιζαν να ξανακάνει αγορές σε σκοτεινά σοκάκια ή στα πίσω δωμάτια των καπηλειών. Η εξήγηση ήταν απλή: εκεί που ο αρχικατάσκοπος έπρεπε να αμφιβάλλει και για το ίδιο του το πρόσωπο στον καθρέφτη, ο Ομέρνα πίστευε τα πάντα.

Κάποια στιγμή τελείωσε, κι ο Νάιαλ είπε, «Θα δώσω στις αναφορές σου τη δέουσα προσοχή, Ομέρνα. Καλά τα πήγες». Ο άνθρωπος φούσκωσε από υπερηφάνεια κι έσιαξε τον κοντό χιτώνα του. «Άφησε με τώρα. Φεύγοντας, πες στον Μπάλγουερ να έρθει. Έχω να του υπαγορεύσω κάποιες επιστολές».

«Φυσικά, Άρχοντα Στρατάρχη μου. Α». Ενώ υποκλινόταν, ο Ομέρνα έσμιξε τα φρύδια κι έψαξε στην τσέπη του σακακιού του, βγάζοντας έναν μικροσκοπικό κοκάλινο κύλινδρο, τον οποίο έδωσε στον Νάιαλ. «Αυτό έφτασε στον περιστερώνα σήμερα το πρωί». Τρεις ψιλές κόκκινες ρίγες διέτρεχαν τον κύλινδρο κατά μήκος, κάτι που σήμαινε ότι έπρεπε να παραδοθεί στον Νάιαλ με το βουλοκέρι άθικτο. Κι ο άλλος παραλίγο θα το ξεχνούσε.

Ο Ομέρνα περίμενε, σίγουρα με την ελπίδα να πάρει μια ιδέα για το περιεχόμενο του κυλίνδρου, όμως ο Νάιαλ του έδειξε την πόρτα. «Μην ξεχάσεις τον Μπάλγουερ. Αν ο Μάτιν Στεπάνεος έρθει με το μέρος μου, πρέπει να του γράψω και να προσθέσω μερικά επιχειρήματα για να πάρει τη σωστή απόφαση». Ο Ομέρνα δεν είχε άλλη επιλογή από το να επαναλάβει την υπόκλιση και να φύγει.

Ακόμα κι όταν η πόρτα έκλεισε πίσω από τον άλλο, ο Νάιαλ απλώς στάθηκε αγγίζοντας τον κύλινδρο με το δάχτυλο. Αυτά τα διακεκριμένα, ειδικά μηνύματα σπανίως περιείχαν καλά νέα. Σηκώθηκε αργά —τώρα τελευταία ένιωθε τα χρόνια να βαραίνουν τα κόκαλά του— κι έβαλε παντς σε ένα απλό ασημένιο ποτήρι, αλλά μετά το άφησε στο τραπέζι κι άνοιξε ένα δερμάτινο ντοσιέ με λινή εσωτερική επένδυση και στολισμένο με σπειροειδή σχέδια. Περιείχε ένα φύλλο από βαρύ χαρτί, τσαλακωμένο και λιγάκι σχισμένο, στο οποίο ένας ζωγράφος του δρόμου είχε σχεδιάσει με χρωματιστές κιμωλίες δύο άνδρες να μάχονται στα σύννεφα, ο ένας με πρόσωπο από φωτιά, ο άλλος με σκούρα κόκκινα μαλλιά. Ο αλ’Θόρ.

Όλα τα σχέδιά του για να δυσκολέψει τον ψεύτικο Δράκοντα ήταν μάταια, όπως και οι ελπίδες του να επιβραδύνει τις κατακτήσεις του, να του αλλάξει πορεία. Μήπως είχε αργήσει πολύ, μήπως είχε αφήσει τον αλ’Θόρ να γίνει υπερβολικά ισχυρός; Αν ναι, τότε υπήρχε μόνο ένας τρόπος να τον αντιμετωπίσει: το μαχαίρι στην πλάτη, το βέλος από τη στέγη. Πόσον καιρό ακόμα θα τολμούσε να περιμένει; Τολμούσε να το ρισκάρει χωρίς να περιμένει; Η υπερβολική βιασύνη μπορεί να κατέληγε σε καταστροφή, όπως ακριβώς κι η υπερβολική καθυστέρηση.

«Ο Άρχοντάς μου με ζήτησε;»

Ο Νάιαλ κοίταξε τον άνδρα που είχε μπει τόσο αθόρυβα. Από την όψη του, φαινόταν αδύνατον ότι ο Μπάλγουερ θα μπορούσε να κινηθεί χωρίς ένα ξερό θρόισμα να αναγγείλει την παρουσία του. Όλα πάνω του ήταν στενά, στριμωγμένα· το καφέ σακάκι του κρεμόταν από κοκαλιάρικους ώμους και τα πόδια του έμοιαζαν έτοιμα να σπάσουν από το ελάχιστο βάρος του. Προχωρούσε σαν πουλί που χοροπηδά από το ένα πόδι στο άλλο. «Μπάλγουερ, πιστεύεις ότι το Κέρας του Βαλίρ θα καλέσει νεκρούς ήρωες για να μας σώσουν;»