«Ίσως, Άρχοντά μου», είπε ο Μπάλγουερ, σταυρώνοντας τα χέρια με σχολαστικές κινήσεις. «Ίσως όχι. Εγώ προσωπικά δεν θα βασιζόμουν σ’ αυτό».
Ο Νάιαλ ένευσε. «Και πιστεύεις ότι ο Μάτιν Στεπάνεος θα έρθει με το μέρος μου;»
«Και πάλι, ίσως. Δεν θα ήθελε να καταλήξει ούτε νεκρός ούτε μαριονέτα. Το πρώτο και μοναδικό μέλημά του είναι να διατηρήσει το Δάφνινο Στεφάνι, κι ο στρατός που συγκεντρώνεται στο Δάκρυ μάλλον τον τρελαίνει στην ανησυχία». Ο Μπάλγουερ χαμογέλασε αχνά, μ’ ένα ελαφρύ σφίξιμο των χειλιών. «Έχει πει ανοιχτά ότι θα αποδεχθεί την προσφορά του Άρχοντά μου, από την άλλη μεριά, όμως, μόλις έμαθα ότι βρίσκεται σε επικοινωνία με τον Λευκό Πύργο. Φαίνεται ότι συμφώνησε για κάτι, αν κι ακόμα δεν ξέρω τι».
Ο κόσμος ήξερε ότι ο Άμπντελ Ομέρνα ήταν ο αρχικατάσκοπος των Τέκνων. Αυτή η θέση έπρεπε να είναι κρυφή, βεβαίως, αλλά οι ιπποκόμοι κι οι ζητιάνοι τον έδειχναν στο δρόμο, επιφυλακτικά, μη τυχόν και τους έβλεπε ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος στην Αμαδισία. Η αλήθεια ήταν ότι ο ανόητος ο Ομέρνα ήταν αντιπερισπασμός, ένας ανόητος που δεν ήξερε πως ο ίδιος ήταν μια μάσκα που έκρυβε τον αληθινό αφέντη των κατασκόπων στο Φρούριο του Φωτός. Τον Σέμπαν Μπάλγουερ, τον αυστηρό, καχεκτικό γραμματέα του Νάιαλ, με το σουφρωμένο στόμα. Έναν άνθρωπο τον οποίο δεν θα υποψιαζόταν ποτέ κανείς, ούτε και θα το πίστευε αν του έλεγαν ότι αυτός ήταν.
Εκεί που ο Ομέρνα πίστευε τα πάντα, ο Μπάλγουερ δεν πίστευε τίποτα, ίσως ούτε στους Σκοτεινόφιλους ή στον Σκοτεινό. Αν πίστευε σε κάτι, ήταν ότι έπρεπε να κοιτάζει πάνω από τον ώμο των άλλων, να ακούει τους ψιθύρους τους, να ξετρυπώνει τα μυστικά τους. Φυσικά, θα υπηρετούσε οποιονδήποτε αφέντη με την ικανότητα που υπηρετούσε τον Νάιαλ, αλλά αυτό ήταν καλό. Αυτά που μάθαινε ο Μπάλγουερ ήταν αμόλυντα από προσωπικές προκαταλήψεις ή επιδιώξεις. Δυσπιστώντας για τα πάντα, κατόρθωνε πάντα να ανακαλύπτει την αλήθεια.
«Δεν περίμενα τίποτα παραπάνω από το Ίλιαν, Μπάλγουερ, αλλά ακόμα κι αυτός μπορεί να μεταπειστεί». Έπρεπε να μεταπειστεί. Σίγουρα υπήρχε κι άλλος χρόνος. «Μήπως έχουμε πρόσφατα νέα από τις Μεθόριες;»
«Όχι ακόμα, Άρχοντά μου. Αλλά ο Ντάβραμ Μπασίρε βρίσκεται στο Κάεμλυν. Με ελαφρύ ιππικό τριάντα χιλιάδων ατόμων, ισχυρίζονται οι πληροφοριοδότες μου, αλλά νομίζω ότι είναι το πολύ οι μισοί. Δεν θα εξασθένιζε τόσο τη Σαλδαία, όση ησυχία κι αν επικρατεί στη Μάστιγα, ακόμα κι αν τον πρόσταζε η Τενόμπια».
Ο Νάιαλ μούγκρισε, ενώ η γωνία του αριστερού ματιού του τρεμούλιαζε. Άγγιξε τη ζωγραφιά στο ντοσιέ· υποτίθεται πως είχε πιστή ομοιότητα με τον αλ’Θόρ. Ο Μπασίρε στο Κάεμλυν· καλός λόγος για να κρύβεται η Τενόμπια στην εξοχή, αποφεύγοντας τον απεσταλμένο του.
Δεν υπήρχαν καλά νέα από τις Μεθόριες, κι ας πίστευε ό,τι ήθελε ο Ομέρνα. Οι «ασήμαντες εξεγέρσεις» που είχε αναφέρει ήταν ασήμαντες, αλλά δεν ήταν εξεγέρσεις του είδους που πίστευε εκείνος. Σ’ όλη τη Μεθόριο της Μάστιγας, οι άνθρωποι τσακώνονταν για το αν ο αλ’Θόρ ήταν άλλος ένας ψεύτικος Δράκοντας ή ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Κι αφού οι Μεθορίτες ήταν αυτοί που ήταν, οι τσακωμοί μετατρέπονταν σε μικρές μάχες. Οι συγκρούσεις είχαν αρχίσει στο Σίναρ περίπου τον καιρό που έπεφτε η Πέτρα του Δακρύου, κάτι που επιβεβαίωνε την ανάμιξη των μαγισσών, λες και χρειαζόταν. Κατά τον Μπάλγουερ, ακόμα ήταν άγνωστο το πού θα κατέληγε αυτή η κατάσταση.
Ένα από τα ελάχιστα έγκυρα νέα που είχε μάθει ο Ομέρνα ήταν ότι ο αλ’Θόρ βρισκόταν περιορισμένος στο Κάεμλυν. Γιατί, άραγε, αφού είχε τον Μπασίρε, τους Αελίτες και τις μάγισσες; Ακόμα κι ο Μπάλγουερ δεν είχε καταφέρει να δώσει απάντηση. Δόξα στο Φως, όποιος κι αν ήταν ο λόγος! Ήταν αλήθεια ότι οι ορδές του Προφήτη είχαν καταλύσει εκεί για να λεηλατήσουν τα βόρεια τμήματα της Αμαδισία, αλλά εδραίωναν την κυριαρχία τους στα μέρη που είχαν καταλάβει και σκότωναν ή έδιωχναν όσους αρνούνταν να εκδηλωθούν υπέρ του Προφήτη του Δράκοντα. Οι στρατιώτες του Άιλρον είχαν σταματήσει να υποχωρούν μόνο επειδή ο καταραμένος Προφήτης είχε σταματήσει να προελαύνει. Η Αλιάντρε κι οι άλλοι, για τους οποίους ο Ομέρνα ήταν βέβαιος ότι θα έρχονταν με το μέρος του, στην πραγματικότητα χρονοτριβούσαν κι ανέβαλλαν με ισχνές δικαιολογίες και καθυστερήσεις τις συναντήσεις με τους πρεσβευτές του. Ο Νάιαλ υποψιαζόταν πως ούτε κι οι ίδιοι γνώριζαν σε ποια απόφαση θα κατέληγαν.
Επιφανειακά όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν κατ’ ευχήν για τον αλ’Θόρ, με εξαίρεση αυτό που τον κρατούσε στο Κάεμλυν, όμως ο Νάιαλ πάντα ήταν πιο επικίνδυνος όταν υστερούσε αριθμητικά και βρισκόταν σε δυσχερή θέση.