Выбрать главу

Αν οι φήμες μπορούσαν να έχουν κάποια ισχύ, ο Καρίντιν τα πήγαινε καλά στην Αλτάρα και στο Μουράντυ, αν κι όχι με την ταχύτητα που θα επιθυμούσε ο Νάιαλ. Ο χρόνος ήταν εξίσου μεγάλος εχθρός με τον αλ’Θόρ και τον Πύργο. Αλλά ακόμα κι αν η επιτυχία του Καρίντιν ήταν απλώς φήμη, ήταν αρκετό. Ίσως ήταν καιρός να προωθηθούν οι «Δρακορκισμένοι» και στο Αντορ. Ίσως και στο Ίλιαν — βεβαίως, αν ο στρατός που συγκεντρωνόταν στο Δάκρυ δεν έδειχνε στον Μάτιν Στεπάνεος τον σωστό δρόμο, μερικές επιδρομές σε αγροκτήματα και χωριά δεν θα αρκούσαν. Ο Νάιαλ ένιωθε φρίκη μπροστά στο μέγεθος αυτού του στρατού· ακόμα κι αν ήταν ο μισός απ’ όσο έλεγε ο Μπάλγουερ, το ένα τέταρτο, και πάλι θα ένιωθε φρίκη. Από τον καιρό του Άρτουρ του Γερακόφτερου είχε να φανεί όμοιός του. Αντί να φοβίσει τους ανθρώπους στέλνοντάς τους να συμπαραταχθούν με τον Νάιαλ, ένας τέτοιος στρατός ίσως τους αποκαρδίωνε κάνοντας τους να ακολουθήσουν το λάβαρο του Δράκοντα. Αν ο Νάιαλ είχε στη διάθεσή του έναν χρόνο ακόμα, έστω και μισό, αυτό θα άξιζε όσο κι ολόκληρος ο στρατός του αλ’Θόρ, τον οποίο αποτελούσαν βλάκες, χωριάτες και βάρβαροι Αελίτες.

Φυσικά, δεν είχαν χαθεί όλα. Όσο ήσουν ζωντανός, ποτέ δεν τα είχες χάσει όλα. Το Τάραμπον και το Άραντ Ντόμαν ήταν άχρηστα για τον αλ’Θόρ όσο οι μάγισσες ήταν άχρηστες για τον Νάιαλ, σαν δυο λακκούβες γεμάτες σκορπιούς· μόνο ένας βλάκας θα έχωνε το χέρι του εκεί μέσα, αν δεν αλληλοσκοτώνονταν πρώτα οι σκορπιοί. Και να είχε χαθεί η Σαλδαία, κάτι που ακόμα δεν ήταν έτοιμος να παραδεχτεί, το Σίναρ, το Άραφελ και το Κάντορ εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού, κι η ισορροπία μπορούσε να ανατραπεί. Αφού ο Μάτιν Στεπάνεος ήθελε να καβαλήσει δύο άλογα μαζί —ο Νάιαλ ανέκαθεν ήθελε να το δοκιμάσει αυτό— τότε μπορούσε να αναγκαστεί να διαλέξει το σωστό. Η Αλτάρα και το Μουράντυ μπορούσαν να πιεστούν για να διαλέξουν την κατάλληλη πλευρά, και το Άντορ θα πρόβαλλε αντιρρήσεις, ακόμα κι αν ο Νάιαλ αποφάσιζε ότι εκεί χρειαζόταν μια γεύση από το μαστίγιο του Καρίντιν. Στο Δάκρυ, οι πράκτορες του Μπάλγουερ είχαν πείσει τον Τεντόσιαν και την Εστάντα να συμμαχήσει με τον Ντάρλιν, μετατρέποντας τη θεατρική ανυπακοή σε πραγματική εξέγερση, κι ο Μπάλγουερ ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσε να συμβεί το ίδιο με την Καιρχίν και με το Αντορ. Αλλος ένας μήνας, δύο το πολύ, κι ο Ήμον Βάλντα θα έφτανε από την Ταρ Βάλον· ο Νάιαλ θα τα έβγαζε πέρα και χωρίς τον Βάλντα, αλλά έτσι τώρα η πλειονότητα των δυνάμεων των Τέκνων θα συγκεντρωνόταν σε ένα σημείο, έτοιμη να χρησιμοποιηθεί εκεί όπου θα ήταν επωφελέστερο.

Ναι, είχε ακόμα πολλά πράγματα με το μέρος του. Τίποτα δεν είχε ολοκληρωθεί, όμως όλα είχαν πάρει το δρόμο τους. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν χρόνος.

Συνειδητοποιώντας ότι ακόμα κρατούσε τον κοκάλινο κύλινδρο, έσπασε το βουλοκέρι με το νύχι κι έβγαλε με προσοχή το ρολό του λεπτού χαρτιού από μέσα.

Ο Μπάλγουερ δεν είπε τίποτα, αλλά το στόμα του σφίχτηκε πάλι, όχι για να χαμογελάσει αυτή τη φορά. Ανεχόταν τον Ομέρνα, ξέροντας ότι ήταν ένας βλάκας και προτιμώντας να μένει ο ίδιος κρυμμένος, αλλά δεν του άρεσε να λαμβάνει ο Νάιαλ αναφορές που τον παρέκαμπταν από ανθρώπους τους οποίους δεν ήξερε.

Μικρά γράμματα που θύμιζαν αράχνες κάλυπταν το χαρτάκι, με ένα κρυπτογράφημα που ελάχιστοι γνώριζαν εκτός από τον Νάιαλ και κανένας στο Αμαντορ. Γι’ αυτόν η ανάγνωσή του ήταν εξίσου εύκολη όσο το να διαβάζει τον δικό του γραφικό χαρακτήρα. Το σήμα στο κάτω μέρος τον έκανε να ανοιγοκλείσει γρήγορα τα μάτια, το ίδιο και το περιεχόμενό του. Ο Βαράντιν ήταν, τουλάχιστον κάποτε, ένας από τους καλύτερους πράκτορες του, ένας έμπορος χαλιών που είχε προσφέρει καλές υπηρεσίες κατά τη διάρκεια των Ταραχών, ενώ ταυτοχρόνως πουλούσε την πραμάτεια του στην Αλτάρα, στο Μουράντυ και στο Ίλιαν. Με όσα είχε μάθει εκεί, είχε κατορθώσει να εμφανιστεί ως πλούσιος έμπορος στο Τάντσικο, προμηθεύοντας τακτικά με έξοχα χαλιά και κρασιά τα παλάτια του Βασιλιά και της Πανάρχουσας, όπως επίσης και τους περισσότερους ευγενείς και τις αυλές τους, ενώ πάντα είχε τα αυτιά και τα μάτια του ανοιχτά. Ο Νάιαλ τον νόμιζε από καιρό νεκρό· αυτό ήταν το πρώτο μήνυμά του εδώ κι ένα χρόνο. Απ’ όσα έγραφε ο Βαράντιν, θα ήταν προτιμότερο αν ήταν όντως νεκρός ένα χρόνο τώρα. Με τον σπασμωδικό γραφικό χαρακτήρα ενός ανθρώπου στα πρόθυρα της τρέλας, ήταν ένα αχαλίνωτο, ασύνδετο παραλήρημα για ανθρώπους που ίππευαν παράξενα θηρία κι ιπτάμενα πλάσματα, για Άες Σεντάι δεμένες στο λουρί και για τους Χαϊλέν. Αυτό στην Παλιά Γλώσσα σήμαινε Πρόδρομοι, αλλά δεν υπήρχε έστω και μια λέξη να εξηγεί γιατί ο Βαράντιν τους φοβόταν και τι υποτίθεται πως ήταν. Προφανώς ο άνθρωπος είχε πάθει εγκεφαλικό πυρετό βλέποντας τη χώρα του να διαλύεται ολόγυρά του.