Выбрать главу

Ενοχλημένος, ο Νάιαλ τσαλάκωσε το χαρτί και το πέταξε στην άκρη. «Δεν φτάνει που είμαι υποχρεωμένος να ανέχομαι τις βλακείες του Ομέρνα, τώρα με βρίσκουν κι αυτά. Τι άλλο έχεις για μένα, Μπάλγουερ;» Ο Μπασίρε. Η κατάσταση θα γινόταν πιο ζόρικη με τον Μπασίρε στρατηγό των δυνάμεων του αλ’Θόρ. Ο άνθρωπος είχε κερδίσει επάξια τη φήμη του. Αν τον έβρισκε ένα μαχαίρι στις σκιές;

Το βλέμμα του Μπάλγουερ δεν έφυγε στιγμή από το πρόσωπο του Νάιαλ, όμως ο Νάιαλ ήξερε ότι αν δεν έκαιγε το μπαλάκι του χαρτιού, θα κατέληγε στα χέρια του άλλου. «Τέσσερα πράγματα που ίσως ενδιαφέρουν, Άρχοντά μου. Πρώτα το έλασσον. Οι φήμες περί συναντήσεων μεταξύ των Ογκιρανών στέντιγκ είναι αληθινές. Για Ογκιρανούς, φαίνεται να δείχνουν αρκετή βιασύνη». Δεν είπε σε τι αφορούσαν οι συναντήσεις· το να βάλεις άνθρωπο σε Κούτσουρο Ογκιρανών ήταν αδύνατο όσο και το να έβαζες Ογκιρανό να κατασκοπεύσει εκ μέρους σου. Πιο εύκολα θα έκανες τον ήλιο να ανατείλει μέσα στη νύχτα. «Επίσης, υπάρχει ασυνήθιστος αριθμός πλοίων των Θαλασσινών στα νότια λιμάνια, που ούτε παίρνουν φορτίο ούτε σαλπάρουν».

«Τι περιμένουν;»

Για μια στιγμή, το στόμα του Μπάλγουερ σφίχτηκε σαν να είχε τραβήξει τις χορδές του. «Ακόμα δεν γνωρίζω, Άρχοντά μου». Στον Μπάλγουερ δεν άρεσε να παραδέχεται ότι υπήρχαν μεταξύ ανθρώπων μυστικά τα οποία δεν μπορούσε να ξετρυπώσει. Το να προσπαθείς να μάθεις κάτι παραπάνω από την επιφάνεια όσων συνέβαιναν μεταξύ των Αθα’αν Μιέρε ήταν σαν να προσπαθούσες να μάθεις πώς κατασκεύαζε τα πυροτεχνήματά της η Συντεχνία των Φωτοδοτών, δηλαδή μάταιος κόπος. Τουλάχιστον, ίσως οι Ογκιρανοί στο τέλος αποκάλυπταν τις αποφάσεις που έπαιρναν στις συναντήσεις τους.

«Συνέχισε».

«Μια είδηση μέσου ενδιαφέροντος είναι... αλλόκοτη, Αρχοντά μου. Ο αλ’Θόρ έχει αναφερθεί από αξιόπιστες πηγές ως παρών στο Κάεμλυν, στο Δάκρυ και στην Καιρχίν, μερικές φορές την ίδια μέρα».

«Αξιόπιστες; Αξιόπιστη τρέλα. Οι μάγισσες πρέπει να έχουν βάλει κάποιον που μοιάζει του αλ’Θόρ, αρκετά ώστε να ξεγελάσει κάποιους που δεν τον ξέρουν. Αυτό θα εξηγούσε πολλά».

«Ίσως, Άρχοντά μου. Οι πληροφοριοδότες μου είναι αξιόπιστοι».

Ο Νάιαλ έκλεισε με κρότο το δερμάτινο ντοσιέ, κρύβοντας το πρόσωπο του αλ’Θόρ. «Και τα νέα μείζονος ενδιαφέροντος;»

«Μαθαίνω από δύο πηγές στην Αλτάρα —αξιόπιστες πηγές, Άρχοντά μου— ότι οι μάγισσες του Σαλιντάρ ισχυρίζονται ότι το Κόκκινο Ατζα παρότρυνε τον Λογκαίν να γίνει ψεύτικος Δράκοντας. Σχεδόν τον δημιούργησαν, ουσιαστικά. Έχουν τον Λογκαίν στο Σαλιντάρ —ή τουλάχιστον έναν άνδρα που λένε ότι είναι ο Λογκαίν— και τον παρουσιάζουν σε αριστοκράτες τους οποίους φέρνουν εκεί. Δεν έχω αποδείξεις, αλλά υποψιάζομαι ότι λένε την ίδια ιστορία σε όσους μονάρχες μπορούν».

Ο Νάιαλ συνοφρυώθηκε και περιεργάστηκε τα λάβαρα εκεί ψηλά. Αντιπροσώπευαν εχθρούς σχεδόν απ’ όλες τις χώρες· κανένας δεν τον είχε νικήσει δεύτερη φορά, ελάχιστοι έστω και μία. Τα λάβαρα τώρα είχαν ξεθωριάσει από τα χρόνια. Όπως κι αυτός. Όμως δεν ήταν τόσο γέρος ώστε να μη φέρει σε πέρας αυτό που ο ίδιος είχε ξεκινήσει. Όλα τα λάβαρα τα είχαν πάρει με αιματηρές μάχες, όπου στην πραγματικότητα δεν ήξερες τι συνέβαινε πέρα απ’ όσα έβλεπες με τα ίδια σου τα μάτια, όπου η σίγουρη νίκη κι η σίγουρη ήττα ήταν εξίσου εφήμερες. Η χειρότερη μάχη που είχε δώσει ποτέ, με στρατούς που είχαν πέσει τυχαία ο ένας στον άλλο μια νύχτα κοντά στο Μόισεν, κατά τη διάρκεια των Ταραχών, ήταν ξεκάθαρη σαν ηλιόλουστη καλοκαιρινή ημέρα σε σύγκριση με αυτήν στην οποία πολεμούσε τώρα.

Μήπως είχε κάνει λάθος; Μήπως ο Πύργος είχε όντως γκρεμιστεί; Κάποια διαμάχη μεταξύ των Άες Σεντάι; Για ποιο πράγμα; Για τον αλ’Θόρ; Αν οι μάγισσες αλληλομάχονταν, τότε θα υπήρχαν πολλοί στα Τέκνα έτοιμοι να προτείνουν τη λύση του Καρίντιν, ένα χτύπημα που θα διέλυε το Σαλιντάρ και θα σκότωνε όσο το δυνατόν περισσότερες μάγισσες. Αυτοί που πίστευαν ότι σκεφτόσουν το μέλλον όταν σκεφτόσουν το αύριο, αλλά από τη σκέψη τους δεν περνούσε ποτέ η επόμενη βδομάδα ή ο επόμενος μήνας, πόσο μάλλον ο επόμενος χρόνος. Ο Βάλντα, κατ’ αρχάς· ίσως ήταν καλύτερο που δεν είχε φτάσει ακόμα στο Άμαντορ. Έπειτα, ο Ράνταμ Ασουνάγουα, ο Ανώτατος Εξεταστής των Ανακριτών. Ο Βάλντα πάντα ήθελε το τσεκούρι, ακόμα κι όταν ένα στιλέτο ήταν καταλληλότερο για τη δουλειά. Ο Ασουνάγουα απλώς ήθελε να έχουν ήδη κρεμάσει όσες γυναίκες είχαν περάσει έστω και μια βραδιά στον Πύργο, να κάψουν όσα βιβλία ανέφεραν τις Άες Σεντάι ή τη Μία Δύναμη, και να απαγορεύσουν ακόμα και τις λέξεις. Ο Ασουνάγουα δεν είχε ποτέ άλλη σκέψη πέρα απ’ αυτούς τους στόχους, ούτε και τον ένοιαζε το κόστος. Ο Νάιαλ είχε δουλέψει πολύ σκληρά, είχε ρισκάρει πολλά και δεν θα επέτρεπε αυτό το θέμα να γίνει στα μάτια του κόσμου μια διαμάχη μεταξύ των Τέκνων και του Πύργου.