«Πολύ καλά, Μπάλγουερ. Ας γίνει έτσι». Ο Νάιαλ ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί. Η ζέστη τον έκανε να νιώθει τα χρόνια του. Τα κόκαλά του φαινόταν τόσο εύθραυστα. Αλλά θα άντεχε μέχρι να δει τον ψεύτικο Δράκοντα να συντρίβεται και τον κόσμο ενωμένο για να αντιμετωπίσει την Τάρμον Γκάι’ντον. Ακόμα κι αν ο ίδιος δεν ζούσε για να τον οδηγήσει στην Τελευταία Μάχη, σίγουρα το Φως θα του το έδινε αυτό. «Και θέλω να βρεις την Ηλαίην Τράκαντ και τον αδελφό της τον Γκάγουιν, Μπάλγουερ, και να τους φέρεις στο Άμαντορ. Φρόντισέ το. Μπορείς να πηγαίνεις τώρα».
Αντί να φύγει, ο Μπάλγουερ δίστασε. «Ο Άρχοντάς μου ξέρει ότι ποτέ δεν προτείνω σε τι είδους ενέργειες πρέπει να προβούμε».
«Αλλά θέλεις να προτείνεις τώρα; Τι;»
«Πίεσε τη Μοργκέις, Άρχοντά μου. Έχει περάσει περισσότερο από μήνας, κι εκείνη ακόμα συλλογίζεται την πρόταση του Άρχοντά μου. Η—»
«Αρκετά, Μπάλγουερ». Ο Νάιαλ αναστέναξε. Μερικές φορές ευχόταν να μην ήταν Αμαδισιανός ο Μπάλγουερ αλλά Καιρχινός, που είχε μάθει το Παιχνίδι των Οίκων από τον κόρφο της μητέρας του. «Η Μοργκέις κάθε μέρα στρέφεται όλο και πιο πολύ σε μένα, ό,τι κι αν πιστεύει. Θα προτιμούσα να είχε δεχθεί αμέσως —σήμερα θα είχα ξεσηκώσει όλο το Άντορ εναντίον του αλ’Θόρ με μεγάλες δυνάμεις των Τέκνων για υποστήριξη— αλλά κάθε μέρα που παραμένει φιλοξενούμενη μου, δεσμεύεται όλο και περισσότερο μαζί μου. Στο τέλος, θα ανακαλύψει ότι είναι σύμμαχός μου, επειδή αυτό πιστεύει ο κόσμος, δεμένη τόσο σφιχτά που δεν θα μπορεί ποτέ να δραπετεύσει. Και κανείς δεν θα μπορέσει να πει ότι την εξανάγκασα, Μπάλγουερ. Αυτό είναι σημαντικό. Είναι πάντα πιο δύσκολο να εγκαταλείψεις μια συμμαχία την οποία ο κόσμος πιστεύει ότι επέλεξες αβίαστα, από μια για την οποία μπορείς να αποδείξεις ότι εκβιάστηκες. Η ασύνετη βιασύνη οδηγεί στην καταστροφή, Μπάλγουερ».
«Ό,τι πει ο Άρχοντάς μου».
Ο Νάιαλ τον απέπεμψε με μια χειρονομία κι ο άλλος έφυγε υποκλινόμενος. Ο Μπάλγουερ δεν καταλάβαινε. Η Μοργκέις ήταν σκληρός αντίπαλος. Αν την πίεζε σκληρά, θα έφευγε, κι ας βρισκόταν σε δυσμενή θέση. Αλλά, αν ο Νάιαλ την πίεζε στο σωστό βαθμό, η Μοργκέις θα πολεμούσε τον εχθρό που νόμιζε ότι έβλεπε, και δεν θα πρόσεχε την παγίδα ολόγυρά της παρά μόνο όταν θα ήταν πολύ αργά. Ο χρόνος έπεφτε βαρύς πάνω του, τα χρόνια που είχε ζήσει, οι μήνες που χρειαζόταν απελπισμένα, αλλά δεν θα άφηνε τη βιασύνη να καταστρέψει τα σχέδιά του.
Το γεράκι έπεσε στη μεγάλη πάπια, πούπουλα και φτερά τινάχτηκαν ολόγυρα, και τα δύο πουλιά χώρισαν, με την πάπια να γκρεμίζεται στο έδαφος. Κάνοντας κοφτή στροφή στον ανέφελο ουρανό, το θηλυκό αρπακτικό χίμηξε στη λεία που προσγειωνόταν και τη γράπωσε στα νύχια του. Το βάρος της το ζόρισε, αλλά άντεξε και πέταξε για να γυρίσει στους ανθρώπους που περίμεναν κάτω.
Η Μοργκέις αναρωτήθηκε μήπως η ίδια έμοιαζε με το γεράκι, τόσο περήφανη και τόσο αποφασισμένη, ώστε δεν καταλάβαινε ότι είχε δεχθεί ένα βραβείο που ήταν βαρύ για τα φτερά της. Προσπάθησε να χαλαρώσει τη λαβή των γαντοφορεμένων χεριών της στα γκέμια. Το πλατύγυρο καπέλο της με τα μακριά λευκά φτερά πρόσφερε κάποια προστασία από τον ανελέητο ήλιο, αλλά το μέτωπό της είχε γεμίσει από κόμπους ιδρώτα. Ντυμένη με φόρεμα ιππασίας από χρυσοκέντητο πράσινο μετάξι, δεν έμοιαζε με αιχμάλωτη.
Έφιππες και πεζές φιγούρες γέμιζαν το πλατύ λιβάδι με το ξεραμένο χορτάρι, αλλά δεν το είχαν κατακλύσει. Μια ομάδα μουσικών, με λευκοκέντητους γαλάζιους κοντούς χιτώνες, κρατώντας φλάουτα, μπίτερν και τύμπανα, έπαιζαν έναν ελαφρύ σκοπό που ήταν ό,τι έπρεπε για να πιεις παγωμένο κρασί το απογευματάκι. Δώδεκα γερακάρηδες που φορούσαν μακριά, περίτεχνα δουλεμένα δερμάτινα γιλέκα πάνω από φαρδιά λευκά πουκάμισα, χάιδευαν τα γεράκια που κάθονταν στα επενδυμένα μπράτσα τους με τα κεφάλια δεμένα, ή ρουφούσαν τις κοντές πίπες τους, φυσώντας συννεφάκια γαλάζιου καπνού στα πουλιά τους. Διπλάσιος αριθμός υπηρετών με λιβρέες τριγυρνούσαν με φρούτα και κρασί σε χρυσά ποτήρια πάνω σε χρυσούς δίσκους, ενώ μια ομάδα ανδρών με αστραφτερές αλυσιδωτές πανοπλίες περικύκλωναν το λιβάδι κοντά στα μεγάλα δένδρα με τα γυμνά κλαριά. Όλα αυτά για χάρη της Μοργκέις και της συνοδείας της, ώστε να εξασφαλίσουν ότι όλα θα πήγαιναν καλά στο κυνήγι με τα γεράκια.
Ή τουλάχιστον αυτός ήταν κατ’ επίφασιν ο λόγος, αν κι οι άνθρωποι του Προφήτη απείχαν τριακόσια είκοσι χιλιόμετρα προς τον Βορρά κι ήταν απίθανο να υπάρχουν επιδρομείς τόσο κοντά στο Αμαντορ. Και παρ’ όλο που οι γυναίκες μαζεύονταν ολόγυρά της, καβάλα σε φοράδες και μουνούχια, φορώντας λαμπερά μεταξωτά φορέματα ιππασίας και φανταχτερά πλατύγυρα καπέλα στολισμένα με πολύχρωμα φτερά, με τα μαλλιά χτενισμένα σε μακριές μπούκλες, όπως ήταν η μόδα στην Αμαδισιανή αυλή, στην πραγματικότητα η ακολουθία της Μοργκέις ήταν ο Μπέηζελ Γκιλ, εκεί παραδίπλα, αμήχανος στο άλογό του, φορώντας γιλέκο με μεταλλικούς δίσκους, που τεντωνόταν γύρω από την κοιλιά του πάνω από το κόκκινο σακάκι που του είχε βρει, ώστε να μην είναι πιο καλοντυμένοι οι υπηρέτες, κι ο Παιτρ Κόνελ, ακόμα πιο αμήχανος, φορώντας ερυθρόλευκο σακάκι υπασπιστή και δείχνοντας ακόμα τη νευρικότητα που τον διακατείχε από τη στιγμή που τον είχε προσθέσει στην ομάδα της. Οι γυναίκες ήταν αριστοκράτισσες από την αυλή του Άιλρον, οι οποίες είχαν προσφερθεί «εθελοντικά» να γίνουν κυρίες επί των τιμών της Μοργκέις. Ο καημένος ο αφέντης Γκιλ χάιδευε το σπαθί του και κοίταζε δυστυχής τους Λευκομανδίτες φρουρούς. Κι αυτό ακριβώς ήταν, Λευκομανδίτες, παρ’ όλο που, όπως συνήθιζαν, όταν τη συνόδευαν εκτός του Φρουρίου του Φωτός, δεν φορούσαν τους λευκούς μανδύες τους. Κι ήταν φρουροί. Όταν η Μοργκέις δοκίμαζε να προχωρήσει πολύ ή να μείνει εκεί περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, ο διοικητής τους, ένας νεαρός με σκληρό βλέμμα ονόματι Νόροχουιν, ο οποίος μισούσε το ότι αναγκαζόταν να προσποιείται πως δεν ήταν Λευκομανδίτης, «πρότεινε» να επιστρέψουν στο Άμαντορ, επειδή η ζέστη δυνάμωνε ή επειδή είχαν ακουστεί φήμες για ληστές στην περιοχή. Δεν μπορούσες να διαφωνήσεις με πενήντα αρματωμένους φρουρούς, αν ήθελες να διατηρήσεις την αξιοπρέπειά σου. Ο Νόροχουιν την πρώτη φορά παραλίγο θα της είχε πάρει τα χαλινάρια από τα χέρια. Αυτός ήταν ο λόγος που η Μοργκέις δεν άφηνε τον Τάλανβορ να τη συνοδεύει σ’ αυτές τις βόλτες. Ο ανόητος νεαρός ίσως επέμεινε να υπερασπιστεί την τιμή και τα δικαιώματά της ακόμα κι αν έπρεπε να τα βάλει με εκατό άνδρες. Περνούσε τις ελεύθερες ώρες του εξασκούμενος στην ξιφασκία, σαν να περίμενε ότι έτσι θα της άνοιγε δρόμο προς την ελευθερία.