Выбрать главу

«Άκουσα ότι ο Ραντ αλ’Θόρ εκθέτει τον Θρόνο του Λιονταριού σαν τρόπαιο από κυνήγι». Είχε μιλήσει η Μαράντε, μια ομορφούλα με πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς, κάπως πιο μεγάλη στα χρόνια από τις άλλες. Ήταν αδελφή της Υψηλής Έδρας του Οίκου Αλγκόραν και διέθετε εξουσία, ίσως αρκετή εξουσία για να αντισταθεί στον Άιλρον, όχι όμως στον Νάιαλ. Οι άλλες παραμέρισαν με τα άλογά τους για να αφήσουν το ρούσο μουνούχι της να πλησιάσει τη Μοργκέις. Δεν υπήρχε περίπτωση να κερδίσει την πίστη ή τη φιλία της Μαράντε.

«Κάτι τέτοιο έχω ακούσει κι εγώ», απάντησε ανέμελα η Μοργκέις. «Το λιοντάρι είναι επικίνδυνο ζώο, αν πας να το κυνηγήσεις, κι ο Θρόνος του Λιονταριού ακόμα περισσότερο. Ειδικά για έναν άνδρα. Πάντα σκοτώνει τους άνδρες που τον επιζητούν».

Η Μαράντε χαμογέλασε. «Άκουσα επίσης ότι δίνει υψηλά αξιώματα σε άνδρες που μπορούν να διαβιβάζουν».

Αυτό έκανε τις υπόλοιπες γυναίκες να ανταλλάξουν ανήσυχες ματιές και να ακουστούν ταραγμένα μουρμουρητά. Μια από τις νεότερες, η Μέιργουιν, μικροκαμωμένη, σχεδόν κοριτσόπουλο ακόμα, κλυδωνίστηκε στη σέλα της με την ψηλή ράχη, σαν να της είχε έρθει λιγοθυμιά. Η είδηση για την αμνηστία που είχε κηρύξει ο αλ’Θόρ είχε δώσει το έναυσμα σε τρομαχτικές ιστορίες· η Μοργκέις ήλπιζε μ’ όλη της την ψυχή να ήταν μόνο φήμες. Ας έδινε το Φως να ήταν μόνο φήμες αυτά, το ότι άνδρες που μπορούσαν να διαβιβάζουν μαζεύονταν στο Κάεμλυν, μεθοκοπούσαν στο Βασιλικό Παλάτι, τρομοκρατούσαν την πόλη.

«Ακούς πολλά», είπε η Μοργκέις. «Όλη μέρα στήνεις αυτί σε μισάνοιχτες πόρτες;»

Το χαμόγελο της Μαράντε έγινε πιο φωτεινό. Δεν είχε καταφέρει να αντισταθεί στην πίεση να γίνει ακόλουθος της Μοργκέις, αλλά ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να δείχνει τη δυσαρέσκειά της δίχως φόβο. Ήταν σαν αγκάθι χωμένο βαθιά σε πόδι, που δεν μπορούσε να βγει και κέντριζε δυνατά με κάθε βήμα. «Ελάχιστος χρόνος μού περισσεύει από την ευχαρίστηση του να υπηρετώ τη Μεγαλειότητά σα; ώστε να ακούω οτιδήποτε, αλλά προσπαθώ να μαθαίνω όσα νέα μπορώ για το Άντορ. Με σκοπό να μπορώ να συνομιλώ με τη Μεγαλειότητά σας. Άκουσα ότι ο ψεύτικος Δράκοντας συγχρωτίζεται καθημερινά με Αντορίτες ευγενείς. Την Αρχόντισσα Αρυμίλα και την Αρχόντισσα Νάεαν, τον Άρχοντα Τζάριν και τον Άρχοντα Λιρ. Κι άλλους επίσης, φίλους τους».

Ένας γερακάρης ύψωσε προς τη Μοργκέις ένα θηλυκό γεράκι με αστραφτερό γκρίζο χρώμα, μαύρα φτερά και καλύπτρα στο κεφάλι. Τα ασημένια κουδουνάκια που ήταν δεμένα σε λουριά στα πόδια του πουλιού καμπάνισαν, καθώς αυτό άλλαζε θέση στο γάντι του.

«Σε ευχαριστώ, αλλά μου φτάνει τόσο κυνήγι με γεράκια σήμερα», του είπε η Μοργκέις και μετά ύψωσε τη φωνή της. «Αφέντη Γκιλ, συγκέντρωσε τη συνοδεία. Επιστρέφω στην πόλη».

Ο Γκιλ ξαφνιάστηκε. Ήξερε πολύ καλά ότι ήταν εκεί με μόνο ρόλο να την ακολουθεί με το άλογο από κοντά, αλλά άρχισε να φωνάζει και να δίνει διαταγές στους Λευκομανδίτες σαν να πίστευε ότι θα τον υπάκουγαν. Η Μοργκέις έστρεψε αμέσως τη μαύρη φοράδα της. Δεν έβαλε το άλογο να καλπάσει, φυσικά. Ο Νόροχουιν θα ορμούσε αμέσως πάνω της, αν του φαινόταν ότι της περνούσε από τον νου να το σκάσει.

Οι δίχως μανδύα Λευκομανδίτες άρχισαν να καλπάζουν για να μπουν σε σχηματισμό πριν η φοράδα κάνει δέκα βήματα, και προτού η Μοργκέις φτάσει στην άκρη του λιβαδιού, ο Νόροχουιν βρισκόταν στο πλευρό της, δώδεκα άνδρες μπροστά της κι οι υπόλοιποι κατά πόδας. Οι υπηρέτες κι οι μουσικοί κι οι γερακάρηδες είχαν μείνει για να μαζέψουν τα πράγματα και να ακολουθήσουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.

Ο Γκιλ κι ο Παιτρ πήραν θέση πίσω της και κατόπιν έρχονταν οι κυρίες επί των τιμών. Η Μαράντε φορούσε το χαμόγελό της ως σημάδι θριάμβου, αν και κάποιες άλλες έσμιγαν τα φρύδια αποδοκιμαστικά. Δεν το έκαναν απροκάλυπτα —παρ’ όλο που η Μαράντε είχε αναγκαστεί να υποχωρήσει μπροστά στον Νάιαλ, αποτελούσε μετρήσιμη δύναμη εδώ στην Αμαδισία— αλλά οι περισσότερες έβαζαν τα δυνατά τους σε μια δουλειά την οποία δεν είχαν ζητήσει. Πιθανότατα οι περισσότερες θα είχαν γίνει πρόθυμα κυρίες επί των τιμών της Μοργκέις· αυτό που δεν τους άρεσε ήταν ότι έπρεπε να μένουν στο Φρούριο του Φωτός.

Η Μοργκέις θα χαμογελούσε κι αυτή, αν ήξερε ότι δεν θα την έβλεπε η Μαράντε. Ο μόνος λόγος που δεν είχε ζητήσει εδώ και καιρό να φύγει αυτή η γυναίκα ήταν η ελευθεροστομία της. Η Μαράντε διασκέδαζε πειράζοντάς την που είχε χάσει το Άντορ από την εξουσία της, αλλά τα ονόματα που διάλεγε ήταν βάλσαμο για τη Μοργκέις. Ήταν όλοι άνδρες και γυναίκες που της είχαν εναντιωθεί στη Διαδοχή, όλοι συκοφάντες του Γκάεμπριλ. Δεν περίμενε τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο απ’ αυτούς. Αν η Μαράντε είχε αναφέρει τα ονόματα άλλων, το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό. Αρχόντων, όπως ο Πέλιβαρ ή ο Αμπέλε ή ο Λούαν, Αρχοντισσών, όπως η Αραθέλε ή η Ελόριεν ή η Ήμλυν. Κι άλλων. Ποτέ δεν ήταν μέσα στα καρφιά που πετούσε η Μαράντε, και θα τους ανέφερε, αν τα ονόματά τους είχαν ακουστεί έστω και σε ψιθύρους από το Άντορ. Όσο εκείνη δεν τους μνημόνευε, υπήρχε κάποια ελπίδα ότι δεν είχαν γονατίσει μπροστά στον αλ’Θόρ. Είχαν υποστηρίξει τη Μοργκέις όταν είχε πρωτοδιεκδικήσει το θρόνο, κι ίσως το ξανάκαναν, Φωτός θέλοντος.