Το σχεδόν άφυλλο δάσος έδωσε τη θέση του σε έναν δρόμο από σκληρό χώμα, και τον ακολούθησαν νότια προς το Αντορ. Εκτάσεις άθικτου δάσους εναλλάσσονταν με άλλες υλοτομημένες και χωράφια ακαλλιέργητα για αγρανάπαυση, σημαδεμένα με πέτρινους φράχτες, όπου υπήρχαν πέτρινα σπιτάκια με καλαμοσκεπές και στάβλους σε αρκετή απόσταση από το δρόμο. Ο δρόμος ήταν γεμάτος ανθρώπους —σήκωναν τόση σκόνη, που η Μοργκέις έδεσε ένα μεταξωτό μαντίλι στο πρόσωπό της— αν κι έσπευδαν να παραμερίσουν με το πρώτο ίχνος αυτής της μεγάλης ομάδας αρματωμένων ενόπλων. Μερικοί, μάλιστα, τρύπωναν στα δένδρα ή πηδούσαν τους φράχτες κι έτρεχαν στα χωράφια. Οι Λευκομανδίτες τους αγνοούσαν, και κανένας αγρότης δεν τολμούσε να κουνήσει τη γροθιά του ή να βάλει τις φωνές στους εισβολείς. Αρκετά αγροκτήματα έμοιαζαν εγκαταλελειμμένα: δεν έβλεπες πουθενά κότες ή ζώα.
Ανάμεσα στους ανθρώπους στο δρόμο υπήρχε μια βοϊδάμαξα εδώ, λίγα πρόβατα εκεί, κάπου παραπέρα κάποια νεαρή που οδηγούσε ένα κοπάδι χήνες· προφανώς, όλοι αυτοί ήταν ντόπιοι. Μερικοί είχαν ένα δεμάτι κρεμασμένο από ένα χοντρό λουρί στον ώμο, αλλά οι περισσότεροι περπατούσαν με τα χέρια άδεια, σαν να μην είχαν ιδέα πού πήγαιναν. Οι αριθμοί αυτών των τελευταίων μεγάλωνε κάθε φορά που επέτρεπαν στη Μοργκέις να βγει από το Άμαντορ, όποια κατεύθυνση κι αν έπαιρνε.
Η Μοργκέις έστρωσε το μαντίλι πάνω από τη μύτη της και κοίταξε λοξά τον Νόροχουιν. Είχε περίπου την ηλικία και το ύψος του Τάλανβορ, αλλά εκεί τελείωναν οι ομοιότητες. Ήταν κοκκινοπρόσωπος κάτω από το στιλβωμένο κωνικό κράνος του, ξεφλούδιζε από τον ήλιο, και δεν είχε υπάρξει ποτέ στη ζωή του όμορφος. Η κοκαλιάρικη κορμοστασιά του και η μακρουλή μύτη του θύμιζαν στη Μοργκέις αξίνα. Κάθε φορά που έβγαινε από το Φρούριο του Φωτός, εκείνος ήταν επικεφαλής της «συνοδείας» της, και κάθε φορά προσπαθούσε να του πιάσει κουβέντα. Μπορεί να ήταν Λευκομανδίτης, αλλά κάθε φορά που τον έκανε να παραμερίσει έστω και κατά έναν πόντο από τη θέση του δεσμοφύλακα, ήταν μια νίκη. «Αυτοί οι άνθρωποι είναι πρόσφυγες από τον Προφήτη, Νόροχουιν;» Σίγουρα δεν ήταν αυτό όλοι, μιας κι εκείνοι που κατευθύνονταν βόρεια ήταν εξίσου πολλοί με όσους πήγαιναν νότια.
«Όχι», της είπε αυτός απότομα, δίχως καν να την κοιτάξει. Το βλέμμα του εξέταζε εξονυχιστικά το πλάι του δρόμου, σαν να περίμενε ότι από στιγμή σε στιγμή κάποιοι θα έκαναν απόπειρα διάσωσης.
Δυστυχώς, η ανταπόκρισή του ως τώρα ήταν πάντα τέτοιου τύπου, όμως η Μοργκέις επέμεινε. «Ποιοι είναι τότε; Αποκλείεται να είναι Ταραμπονέζοι. Εκείνους τους καθοδηγείτε μια χαρά». Είχε δει μια ομάδα Ταραμπονέζων, από περίπου πενήντα άνδρες, γυναίκες και παιδιά, βρώμικοι, έτοιμους να σωριαστούν κάτω από την εξάντληση, τους οποίους έφιπποι Λευκομανδίτες οδηγούσαν δυτικά σαν να ήταν κοπάδι με γελάδια. Μόνο η πικρή γνώση ότι ήταν παντελώς ανήμπορη, την είχε κάνει να κρατήσει το στόμα της κλειστό. «Η Αμαδισία είναι πλούσια περιοχή. Ακόμα κι αυτή η ξηρασία αποκλείεται να έχει διώξει τόσον κόσμο από τα αγροκτήματα σε λίγους μόνο μήνες».
Το πρόσωπο του Νόροχουιν άλλαξε εκφράσεις. «Όχι», είπε τελικά. «Είναι πρόσφυγες από τον ψεύτικο Δράκοντα».
«Μα πώς; Αυτός βρίσκεται σε εκατοντάδες λεύγες απόσταση από την Αμαδισία».
Και πάλι φάνηκε στο ηλιοκαμένο πρόσωπό του πως έδινε μια μάχη, καθώς πάσχιζε ή να βρει τις λέξεις ή να μη μιλήσει. «Πιστεύουν ότι είναι ο πραγματικός Αναγεννημένος Δράκοντας», είπε τελικά, με αηδιασμένο ύφος. «Λένε ότι έχει καταλύσει όλα τα δεσμά, σύμφωνα με τις Προφητείες. Οι άνθρωποι παρατούν τους άρχοντες τους, οι μαθητευόμενοι αφήνουν τους δασκάλους τους. Οι άνδρες εγκαταλείπουν τις οικογένειές τους κι οι γυναίκες τους άνδρες τους. Είναι μια πανούκλα που την κουβαλά ο άνεμος, ένας άνεμος που φυσά από τον ψεύτικο Δράκοντα».
Το βλέμμα της Μοργκέις έπεσε σε ένα νεαρό ζευγάρι που ζάρωνε αγκαλιασμένο και παρακολουθούσε την ομάδα τους να περνά. Ο ιδρώτας είχε σχηματίσει ποταμάκια στη λέρα των προσώπων τους κι η σκόνη είχε κατακαθίσει στα απέριττα ρούχα τους. Έδειχναν πεινασμένοι, τα μάγουλά τους ήταν ρουφηγμένα, τα μάτια γουρλωμένα. Άραγε, αυτό συνέβαινε στο Άντορ; Ο Ραντ αλ’Θόρ το είχε φέρει κι αυτό στο Άντορ; Αν ναι, τότε θα το πληρώσει. Το πρόβλημα ήταν ότι έπρεπε να σιγουρευτεί ότι η θεραπεία δεν ήταν χειρότερη από την αρρώστια. Αν η Μοργκέις γλίτωνε το Άντορ, ακόμα κι απ’ αυτό, για να το παραδώσει στους Λευκομανδίτες...