Προσπάθησε να συνεχίσει τη συζήτηση, αλλά ο Νόροχουιν, αφού την είχε πλημμυρίσει με περισσότερα λόγια απ’ όσα της είχε πει οποιαδήποτε άλλη φορά, κρύφτηκε πίσω από μονολεκτικές απαντήσεις. Δεν είχε σημασία· αφού είχε σπάσει μια φορά την άμυνά του, μπορούσε να το ξανακάνει.
Έστριψε στη σέλα και προσπάθησε να δει τους δύο νεαρούς, όμως είχαν χαθεί πίσω από τους Λευκομανδίτες στρατιώτες. Ούτε κι αυτό είχε σημασία. Αυτά τα πρόσωπα θα έμεναν στη μνήμη της, μαζί με την υπόσχεση της.
10
Μια Μεθορίτικη Παροιμία
Για μια στιγμή ο Ραντ νοστάλγησε τον παλιό καιρό, τότε που μπορούσε να κάνει μοναχικούς περιπάτους στους διαδρόμους του Παλατιού. Αυτό το πρωί τον συνόδευε η Σούλιν με είκοσι Κόρες· ο Μπάελ, αρχηγός φατρίας του Γκόσιεν Άελ με έξι Σόβιν Νάι, Μαχαιροκράτες, από το Τζιράντ Γκόσιεν προς τιμήν του Μπάελ· ο Μπασίρε με έξι, επίσης, από τους Σαλδαίους του με τις γερακίσιες μύτες. Είχαν πλημμυρίσει τους φαρδιούς διαδρόμους με τις ταπισερί, κι οι Φαρ Ντάραϊς Μάι κι οι Σόβιν Νάι, φορώντας το καντιν’σόρ, κοίταζαν επιτακτικά τους υπηρέτες, οι οποίοι υποκλίνονταν ή έκλιναν το γόνυ βιαστικά και τους άδειαζαν τον δρόμο, ενώ οι νεότεροι Σαλδαίοι προχωρούσαν καμαρωτοί με τα κοντά σακάκια τους και τα φαρδιά παντελόνια, που ήταν χωμένα στις μπότες τους. Έκανε ζέστη ακόμα και στα σκιερά περάσματα εδώ πέρα, κι οι κόκκοι της σκόνης χόρευαν στον αέρα. Μερικοί υπηρέτες φορούσαν τις ερυθρόλευκες λιβρέες που είχαν όταν κυβερνούσε η Μοργκέις, αλλά οι περισσότεροι ήταν καινούριοι και φορούσαν ό,τι είχαν πάνω τους ερχόμενοι για να ζητήσουν δουλειά, ένα συνονθύλευμα από μάλλινα ρούχα αγροτών κι εμποράκων, κυρίως σε μουντά χρώματα κι απλά ραμμένα, αν κι είχαν όλα τα χρώματα του φάσματος κι επίσης υπήρχαν εδώ κι εκεί πινελιές κεντητών στολισμάτων ή κάποια δαντέλα.
Ο Ραντ σημείωσε στον νου του να βάλει την Κυρά Χάρφορ, την Αρχικαμαριέρα, να βρει λιβρέες για να τις μοιράσουν, ώστε να μη νιώθουν οι νεοφερμένοι αναγκασμένοι να δουλεύουν με τα καλά τους ρούχα. Οι παλατιανές λιβρέες ήταν καλύτερες από τα ρούχα που είχαν αυτοί οι άνθρωποι της υπαίθρου, εκτός ίσως από τα γιορτινά τους. Υπήρχαν λιγότεροι υπηρέτες απ’ όσοι επί Μοργκέις, και πολλοί απ’ αυτούς που φορούσαν την ερυθρόλευκη ενδυμασία ήταν γκριζομάλληδες και ζαρωμένοι, άνδρες και γυναίκες από τα δώματα των συνταξιούχων. Αντί να το σκάσουν, όπως είχαν κάνει τόσοι και τόσοι, είχαν επανέλθει στην ενεργό υπηρεσία για να μη δουν το παλάτι να γίνεται αχούρι. Ο Ραντ σημείωσε κάτι ακόμα στον νου του. Θα έβαζε την Κυρά Χάρφορ —ο τίτλος της Αρχικαμαριέρας δεν ήταν τόσο εντυπωσιακός, αλλά η Ρενέ Χάρφορ ήταν η υπεύθυνη της καθημερινής λειτουργίας του Βασιλιού Παλατιού— να βρει αρκετούς υπηρέτες για να αφήσουν αυτούς τους ηλικιωμένους να απολαύσουν τη σύνταξή τους. Τους πλήρωναν, άραγε, ακόμα τη σύνταξη τώρα που η Μοργκέις ήταν νεκρή; Έπρεπε να το είχε σκεφτεί αυτό νωρίτερα· ο Χάλγουιν Νόρυ, ο αρχιγραμματικός, θα το γνώριζε. Ήταν σαν να σε δέρνουν με πούπουλα. Τα πάντα τού θύμιζαν κάτι άλλο που έπρεπε να γίνει. Οι Οδοί· αυτό δεν ήταν πούπουλο. Είχε βάλει να φρουρούν την Πύλη εδώ στο Κάεμλυν, και τις άλλες κοντά στο Δάκρυ και την Καιρχίν, αλλά δεν μπορούσε να είναι σίγουρος πόσες ακόμα υπήρχαν.
Ναι, θα αντάλλασσε όλες τις υποκλίσεις και τις γονυκλισίες, όλες τις τιμητικές φρουρές, όλες τις ερωτήσεις και τα βάρη, όλους τους ανθρώπους των οποίων τις ανάγκες έπρεπε να φροντίσει με τις μέρες που μόνο μέλημά του ήταν να βρει ένα σακάκι να φορέσει. Φυσικά, εκείνες τις μέρες δεν θα τον άφηναν να σουλατσάρει σ’ αυτούς τους διαδρόμους, τουλάχιστον όχι χωρίς διαφορετικού είδους φρουρά, η οποία θα πρόσεχε μη τυχόν έκλεβε κανένα ασημόχρυσο δισκοπότηρο από την εσοχή στον τοίχο ή κάποιο φιλντισένιο αγαλματάκι από ένα τραπεζάκι στολισμένο με κύανο.
Πάλι καλά που αυτό το πρωί δεν του μουρμούριζε η φωνή του Λουζ Θέριν. Τουλάχιστον είχε αρχίσει να μαθαίνει το πνευματικό τέχνασμα που του είχε δείξει ο Τάιμ· ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπο του Μπασίρε, αλλά η ζέστη δεν άγγιζε τον Ραντ. Φορούσε το ασημοκέντητο σακάκι του από γκρίζο μάλλινο ύφασμα κουμπωμένο ως το λαιμό, και παρ’ όλο που ένιωθε να ζεσταίνεται κάπως, δεν ίδρωνε καθόλου. Ο Τάιμ τον διαβεβαίωνε ότι με τον καιρό δεν θα καταλάβαινε ζέστη ή κρύο, ακόμα και σε βαθμό που θα έθεταν εκτός μάχης κάποιον άλλο. Το θέμα ήταν να αποστασιοποιηθείς από τον εαυτό σου, να συγκεντρωθείς προς τα μέσα, όπως περίπου ετοιμαζόταν όταν ήθελε να αγκαλιάσει το σαϊντίν. Ήταν παράξενο που αυτό έμοιαζε τόσο με τη Δύναμη, αλλά δεν είχε καμία σχέση μαζί της. Μήπως οι Άες Σεντάι έκαναν το ίδιο; Ποτέ δεν τις είχε δει να ιδρώνουν. Ή μήπως τις είχε δει;