Ξαφνικά, γέλασε φωναχτά. Αναρωτιόταν αν οι Άες Σεντάι ίδρωναν! Μπορεί να μην είχε τρελαθεί ακόμα, αλλά σίγουρα θα τον περνούσαν για ελαφρόμυαλο.
«Είπα κάτι αστείο;» ρώτησε ξερά ο Μπασίρε, ισιώνοντας το μουστάκι του. Μερικές Κόρες τον κοίταξαν με προσδοκία· πάσχιζαν να καταλάβουν το υδρόβιο χιούμορ.
Ο Ραντ δεν ήξερε πώς διατηρούσε την αταραξία του ο Μπασίρε. Μια φήμη είχε φτάσει στο παλάτι τώρα το πρωί, για μάχες στις Μεθόριες, μεταξύ Μεθοριτών. Οι ιστορίες των ταξιδιωτών ξεφύτρωναν σαν αγριόχορτα μετά τη βροχή, αλλά αυτή είχε έρθει από τον Βορρά, μέσω εμπόρων απ’ ό,τι φαινόταν, οι οποίοι είχαν φτάσει ως την Ταρ Βάλον, μπορεί και πιο μακριά. Δεν έλεγε πού είχε γίνει αυτό ή από ποιους. Ήταν εξίσου πιθανό να ήταν στη Σαλδαία, κι ο Μπασίρε δεν είχε λάβει νέα από κει από τότε που είχε φύγει, μήνες πριν· όμως φαινόταν ανεπηρέαστος από τη φήμη, λες κι είχε ακούσει ότι ανέβαινε η τιμή των γογγυλιών.
Φυσικά, κι ο Ραντ από τη μεριά του δεν ήξερε τι γινόταν στους Δύο Ποταμούς —εκτός αν οι αοριστολογίες για κάποια εξέγερση κάπου στα δυτικά αφορούσαν στην πατρίδα του· σε αυτούς τους καιρούς, μπορεί να ήταν αλήθεια, μπορεί και να μην ήταν τίποτα— αλλά γι’ αυτόν δεν ήταν το ίδιο. Είχε εγκαταλείψει τους Δύο Ποταμούς. Οι Άες Σεντάι είχαν κατασκόπους παντού και δεν θα στοιχημάτιζε ούτε ένα χάλκινο ότι δεν είχαν κατασκόπους κι οι Αποδιωγμένοι. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας δεν έτρεφε το παραμικρό ενδιαφέρον για το ασήμαντο χωριουδάκι όπου είχε μεγαλώσει ο Ραντ αλ’Θόρ· το είχε ξεπεράσει. Αν δεν συνέβαινε αυτό, τότε το Πεδίο του Έμοντ ήταν ένας όμηρος που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εναντίον του. Πάντως, δεν θα καθόταν να λεπτολογεί υποκριτικά στον εαυτό του. Η εγκατάλειψη ήταν εγκατάλειψη.
Δικαιούμαι να ξεφύγω από το πεπρωμένο μου, αν έβρισκα τρόπο; Ήταν δική του η σκέψη, όχι του Λουζ Θέριν.
Ανεβοκατέβασε τους ώμους του, που ξαφνικά του φάνηκαν να πονούν και μίλησε με κεφάτο τόνο. «Συγχώρεσέ με, Μπασίρε. Μόλις τώρα μου συνέβη κάτι παράξενο, αλλά σε άκουγα. Έλεγες ότι το Κάεμλυν γεμίζει. Για κάθε άνδρα που το σκάει επειδή φοβάται τον ψεύτικο Δράκοντα, έρχονται δύο επειδή δεν είμαι ο ψεύτικος και δεν με φοβούνται. Βλέπεις, λοιπόν;»
Ο Μπασίρε μούγκρισε, κάτι που ποιος ξέρει άραγε τι σήμαινε.
«Πόσοι ήρθαν για άλλους λόγους, Ραντ αλ’Θόρ;» Ο Μπάελ ήταν ο ψηλότερος άνθρωπος που είχε δει ποτέ ο Ραντ, μια παλάμη ψηλότερος από τον ίδιο. Σχημάτιζε έντονη αντίθεση με τον Μπασίρε, ο οποίος ήταν πιο κοντός απ’ όλες τις Κόρες, εκτός από την Ενάιλα. Υπήρχαν πυκνές γκρίζες πινελιές στα σκουροκόκκινα μαλλιά του Μπάελ, όμως το πρόσωπό του ήταν τσιτωμένο και σκληρό, τα γαλάζια μάτια του κοφτερά. «Έχεις εχθρούς αρκετούς για εκατό ανθρώπους. Άκου που σου λέω, θα προσπαθήσουν να σου ξαναεπιτεθούν. Μπορεί να υπάρχουν και Σκιοδρομείς ανάμεσά τους».
«Και να μην υπάρχουν Σκοτεινόφιλοι», παρενέβη ο Μπασίρε, «στην πόλη κοχλάζουν οι μπελάδες σαν τσάι που άφησες να βράζει. Μερικοί άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν χωρίς έλεος, επειδή, όπως φαίνεται, αμφισβήτησαν ότι είσαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας· έναν φουκαρά τον έβγαλαν από το καπηλειό, τον πήγαν σε ένα στάβλο και τον κρέμασαν από τα πάτερα επειδή γέλασε με τα θαύματά σου».
«Τα θαύματά μου;» είπε ο Ραντ χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά του.
Ένας ρυτιδιασμένος ασπρομάλλης υπηρέτης, που φορούσε λιβρέα υπερβολικά μεγάλη για ίο ανάστημά του και κρατούσε ένα βάζο στα χέρια του, προσπαθώντας να υποκλιθεί και ταυτόχρονα να παραμερίσει, σκόνταψε μόνος του κι έπεσε προς τα πίσω. Το λαχανί βάζο από πορσελάνη Θαλασσινών λεπτή σαν χαρτί πετάχτηκε πάνω από το κεφάλι του και κύλησε στριφογυρίζοντας στα βαθυκόκκινα πλακάκια του δαπέδου, γυρνώντας κι αναπηδώντας ώσπου σταμάτησε, όρθιο, τριάντα περίπου βήματα πιο πέρα στον διάδρομο. Ο γερο-υπηρέτης σηκώθηκε όρθιος με αξιοσημείωτη σβελτάδα κι έτρεξε για να αρπάξει το βάζο, το ψηλάφισε κι άφησε ένα επιφώνημα τόσο έκπληξης όσο κι ανακούφισης που δεν είχε πάθει ούτε ένα σπασιματάκι, ούτε ένα ράγισμα. Οι άλλοι υπηρέτες στάθηκαν ατενίζοντας κατάπληκτοι κι αυτοί, πριν συνέλθουν ξαφνικά και τρέξουν στις δουλειές τους. Ήταν τόσο προσηλωμένοι στο να αποφύγουν τον Ραντ, που αρκετοί ξέχασαν να υποκλιθούν ή να κλίνουν το γόνυ.