Выбрать главу

Ο Μπασίρε κι ο Μπάελ κοιτάχτηκαν, κι ο Μπασίρε φύσηξε το χοντρό μουστάκι του.

«Ας πούμε τότε παράξενα συμβάντα», είπε. «Κάθε μέρα ακούς άλλη μια ιστορία για ένα παιδί που έπεσε με το κεφάλι στο πλακόστρωτο του δρόμου από ένα παράθυρο σε ύψος δέκα μέτρων και δεν έπαθε ούτε μελανιά. Ή για μια γιαγιά που μπήκε μπροστά σε δύο ντουζίνες άλογα που κάλπαζαν, αλλά κάτι έγινε κι αυτά, αντί να τη ρίξουν κάτω και να την τσαλαπατήσουν, ούτε καν την άγγιξαν. Τις προάλλες ένας που έπαιζε ζάρια έφερε πέντε κορώνες είκοσι πέντε φορές συνέχεια, και το αποδίδουν κι αυτό σε σένα. Πάλι καλά γι’ αυτόν».

«Λέγεται», πρόσθεσε ο Μπάελ, «ότι χθες ένα καλάθι γεμάτο με κεραμίδια έπεσε από τη στέγη και κατέληξε στον δρόμο, όπου δεν έσπασαν, αλλά σχημάτισαν το αρχαίο σύμβολο των Άες Σεντάι». Κοίταξε τον ασπρομάλλη υπηρέτη, που είχε το στόμα ανοιχτό και κρατούσε σφιχτά το βάζο στο στήθος του, καθώς τον προσπερνούσαν. «Δεν αμφιβάλλω ότι αυτό συνέβη».

Ο Ραντ άφησε την ανάσα του να βγει αργά. Δεν ανέφεραν τις άλλες φήμες, φυσικά. Τον άνθρωπο που σκόνταψε στο σκαλοπάτι και κρεμάστηκε επειδή το μαντίλι του σκάλωσε στον σύρτη της πόρτας. Τη χαλαρή πλάκα που την είχε ξεκολλήσει από τη στέγη ο δυνατός άνεμος κι είχε πετάξει μέσα από ένα ανοιχτό παράθυρο και μια πόρτα για να σκοτώσει τη γυναίκα που καθόταν στο τραπέζι με την οικογένειά της. Τα πράγματα που συνέβαιναν μεν, αλλά σπανίως. Όμως αυτά τα πράγματα δεν ήταν σπάνια τριγύρω του. Για καλό ή για κακό, για κακό εξίσου συχνά όσο και για καλό, ο Ραντ επηρέαζε τα αποτελέσματα της τύχης με την απλή παρουσία του σε ακτίνα λίγων μιλίων. Ακόμα κι αν οι Δράκοντες εξαφανίζονταν από τα μπράτσα κι οι ερωδιοί από τις παλάμες του, δεν θα έπαυε να είναι σημαδεμένος. Υπήρχε μια παροιμία στις Μεθόριες: «Το καθήκον είναι βαρύτερο από βουνό, ο θάνατος ελαφρύτερος από πούπουλο». Όταν είχες σηκώσει καλά αυτό το βουνό στους ώμους σου, δεν υπήρχε τρόπος να το αφήσεις κάτω. Δεν υπήρχε, βέβαια, άλλος να το κουβαλήσει, οπότε αδίκως θα γκρίνιαζε.

Μίλησε με ζωηρή φωνή. «Βρήκατε τους ανθρώπους που τον κρέμασαν;» Ο Μπασίρε κούνησε το κεφάλι του. «Τότε βρείτε τους και συλλάβετέ τους για φόνο. Θέλω να μπει ένα τέλος. Τώρα. Δεν είναι έγκλημα να αμφιβάλλει κανείς για μένα». Οι φήμες έλεγαν ότι ο Προφήτης είχε κάνει το έγκλημα, όμως ο Ραντ δεν μπορούσε ακόμα να κάνει κάτι γι’ αυτό. Δεν ήξερε καν που βρισκόταν ο Μασέμα, μόνο κάπου γενικά στην Γκεάλνταν ή στην Αμαδισία. Αν δεν είχε πάει αλλού στο μεταξύ. Άλλο ένα πράγμα που σημείωνε στον νου του, ότι έπρεπε να βρει αυτόν τον άνθρωπο και με κάποιον τρόπο να του βάλει χαλινάρι.

«Όσο κι αν το τραβάνε;» είπε ο Μπασίρε. «Ψιθυρίζεται ότι είσαι ένας ψεύτικος Δράκοντας που σκότωσε τη Μοργκέις με τη συνδρομή των Άες Σεντάι. Ο λαός υποτίθεται ότι πρέπει να ξεσηκωθεί εναντίον σου και να εκδικηθεί τη βασίλισσά του. Ίσως να μην είναι μόνο ένας. Δεν είναι σαφές».

Η έκφραση του Ραντ σκλήρυνε. Το πρώτο το άντεχε —έπρεπε· υπήρχαν πολλές παραλλαγές στις φήμες και δεν μπορούσε να τις καταπνίξει όσο κι αν τις αρνιόταν— αλλά δεν θα ανεχόταν κανέναν να υποκινεί εξέγερση. Το Άντορ θα ήταν η μία χώρα την οποία δεν θα δίχαζε με πόλεμο. Θα παρέδιδε στην Ηλαίην μια χώρα απείρακτη, όπως την είχε παραλάβει. Αυτό θα έκανε, αν την έβρισκε ποτέ. «Βρες ποιοι τις ξεκίνησαν», είπε τραχιά, «και πέταξε τους στη φυλακή». Φως μου, πώς να βρεις ποιος ξεκινά μια φήμη; «Αν θελήσουν χάρη, να τη ζητήσουν από την Ηλαίην». Μια υπηρετριούλα με κακοφτιαγμένο καφέ φόρεμα, η οποία ξεσκόνιζε μια γυάλινη γαβάθα, είδε ξαφνικά το πρόσωπό του, κι η γαβάθα έπεσε από τα χέρια της που τα είχε πιάσει ξαφνικό τρέμουλο κι έγινε χίλια κομμάτια. Ο Ραντ δεν άλλαζε πάντα τις πιθανότητες. «Υπάρχουν καλά νέα; Θα χαιρόμουν να τα ακούσω».

Η νεαρή έσκυψε αδέξια να μαζέψει τα θρύψαλα της γαβάθας, αλλά η Σούλιν της έριξε μια ματιά, μια ματιά μονάχα, κι εκείνη τινάχτηκε πίσω και κόλλησε με τα μάτια ορθάνοιχτα σε μια ταπισερί που παρουσίαζε ένα κυνήγι λεοπάρδαλης. Ο Ραντ δεν το καταλάβαινε, όμως μερικές γυναίκες έδειχναν να φοβούνται περισσότερο τις Κόρες παρά τους Αελίτες άνδρες. Η νεαρή κοίταξε τον Μπάελ σαν να έλπιζε ότι θα την προστάτευε. Αυτός δεν έδειξε να την έχει αντιληφθεί καθόλου.

«Εξαρτάται πώς ορίζεις τα καλά νέα». Ο Μπασίρε σήκωσε τους ώμους. «Έμαθα ότι η Ελόριεν του Οίκου Τρεμέιν κι ο Πέλιβαρ του Οίκου Κήλαν μπήκαν στην πόλη πριν από τρεις μέρες. Τρύπωσαν, θα μπορούσες να πεις, κι απ’ όσο άκουσα, κανείς τους δεν πλησίασε την Έσω Πόλη. Στους δρόμους λένε ότι η Ντυέλιν του Οίκου Τάραβιν είναι στην ύπαιθρο, κάπου εδώ κοντά. Κανείς τους δεν έχει αποκριθεί στις προσκλήσεις σου. Δεν άκουσα κάτι που να συνδέει κάποιον απ’ αυτούς με τους ψιθύρους». Έριξε μια ματιά στον Μπάελ, ο οποίος κούνησε ελαφρά το κεφάλι του.