«Ακούσαμε λιγότερα από σένα, Ντάβραμ Μπασίρε. Οι άνθρωποι μιλούν πιο ελεύθερα μπροστά σε άλλους υδρόβιους».
Εν πάση περιπτώσει, τα νέα ήταν καλά. Αυτούς τους ανθρώπους χρειαζόταν ο Ραντ. Αν πίστευαν ότι ήταν ψεύτικος Δράκοντας, θα έβρισκε τρόπο να το παρακάμψει. Αν πίστευαν ότι είχε σκοτώσει τη Μοργκέις... Τόσο το καλύτερο, αν έμεναν πιστοί στη μνήμη της και στη σειρά της διαδοχής της. «Στείλε τους καινούριες προσκλήσεις για να με επισκεφθούν. Πρόσθεσε και το όνομα της Ντυέλιν· ίσως ξέρουν πού βρίσκεται».
«Αν στείλω τέτοια πρόσκληση», είπε με αμφιβολία ο Μπασίρε, «ίσως απλώς τους θυμίσει ότι υπάρχει Σαλδαϊκός στρατός στο Άντορ».
Ο Ραντ δίστασε και μετά ένευσε, μ’ ένα ξαφνικό χαμόγελο. «Ζήτα από την Αρχόντισσα Αρυμίλα να το παραδώσει. Δεν αμφιβάλλω ότι θα αρπάξει την ευκαιρία, για να τους δείξει πόσο κοντά μου είναι. Αλλά γράψε την εσύ». Τα μαθήματα που του είχε κάνει η Μουαραίν για το Παιχνίδι των Θρόνων αποδεικνύονταν χρήσιμα γι’ άλλη μια φορά.
«Δεν ξέρω αν είναι καλά ή κακά νέα», είπε ο Μπάελ, «αλλά οι Κόκκινες Ασπίδες μού λένε ότι δύο Άες Σεντάι έχουν κλείσει δωμάτια σε ένα πανδοχείο στη Νέα Πόλη». Οι Κόκκινες Ασπίδες βοηθούσαν τους άνδρες του Μπασίρε στην αστυνόμευση του Κάεμλυν και τώρα αναλάμβαναν αποκλειστικά αυτό το έργο. Ο Μπάελ άφησε ένα χαμογελάκι βλέποντας τη δυσαρέσκεια στο πρόσωπο του Μπασίρε. «Ακούμε λιγότερα, Ντάβραμ Μπασίρε, αλλά ίσως μερικές φορές βλέπουμε περισσότερα».
«Μήπως μια από τις δύο είναι η φίλη μας που της αρέσουν οι γάτες;» ρώτησε ο Ραντ. Οι ιστορίες επέμεναν ότι υπήρχαν Άες Σεντάι στην πόλη· μερικές φορές ήταν δύο, τρεις, ή ολόκληρη ομάδα. Το πιο συγκεκριμένο που είχαν βρει, όμως, ο Μπασίρε κι ο Μπάελ ήταν κάποιες ιστορίες για μια Άες Σεντάι που Θεράπευε γάτες και σκύλους, αλλά αυτή πάντα ήταν στον παραδίπλα δρόμο, και τις έλεγε κάποιος που του τις είχε πει κάποιος που τις είχε ακούσει στο καπηλειό ή στην αγορά.
Ο Μπάελ κούνησε το κεφάλι. «Δεν νομίζω. Οι Κόκκινες Ασπίδες είπαν ότι αυτές οι δύο έφτασαν το βράδυ». Το ενδιαφέρον του Μπασίρε φάνηκε να ξυπνά —σπανίως άφηνε ανεκμετάλλευτη μια ευκαιρία να επαναλάβει ότι ο Ραντ χρειαζόταν Άες Σεντάι— όμως ο Μπάελ είχε σμίξει λιγάκι τα φρύδια, τόσο λίγο ώστε θα το πρόσεχε μόνο ένας Αελίτης. Οι Αελίτες ήταν πολύ προσεκτικοί στα πάρε-δώσε που είχαν με τις Άες Σεντάι, απρόθυμοι σχεδόν.
Αυτά τα λίγα λόγια είχαν δώσει στον Ραντ αρκετή τροφή για σκέψη, κι όλα τα συμπεράσματα κατάληγαν στον ίδιο. Κάποιο λόγο θα είχαν οι δύο Άες Σεντάι για να έρθουν στο Κάεμλυν, τη στιγμή που οι αδελφές τους απέφευγαν την πόλη από τότε που είχε κάνει την εμφάνισή του. Ο πιθανότερος λόγος είχε κάτι να κάνει μαζί του. Ακόμα και στις καλές εποχές, οι άνθρωποι απέφευγαν να ταξιδεύουν νύχτα, και τώρα κάθε άλλο παρά καλή εποχή ήταν. Οι Άες Σεντάι που έφταναν μέσα στο σκοτάδι ίσως προσπαθούσαν να μη τραβήξουν την προσοχή, μάλλον, δηλαδή, να μη τραβήξουν την προσοχή του Ραντ. Από την άλλη μεριά, ίσως απλώς ταξίδευαν κάπου βιαστικά. Κάτι που σήμαινε ότι βρίσκονταν σε αποστολή για τον Πύργο. Η αλήθεια ήταν ότι αυτή τη στιγμή ο Ραντ δεν μπορούσε να σκεφτεί τι θα ήταν σημαντικότερο για τον Πύργο από τον ίδιο. Ή ίσως είχαν ξεκινήσει για να προσχωρήσουν σε εκείνες τις Άες Σεντάι, που η Εγκουέν επέμενε ότι θα τον υποστήριζαν.
Ό,τι κι αν ίσχυε, έπρεπε να το μάθει. Μόνο το Φως ήξερε τι σκάρωναν οι Άες Σεντάι —ο Πύργος κι η κρυμμένη παρέα της Ηλαίην— αλλά έπρεπε να το μάθει. Έπρεπε, γιατί αλλιώς ήταν τόσο πολλές και μπορούσαν να γίνουν πολύ επικίνδυνες. Πώς θα αντιδρούσε ο Πύργος, όταν η Ελάιντα μάθαινε για την αμνηστία που είχε αναγγείλει; Πώς θα αντιδρούσε κάθε Άες Σεντάι ξεχωριστά; Το είχαν μάθει άραγε;
Καθώς πλησίαζαν τις πόρτες στο τέλος του διαδρόμου, άνοιξε το στόμα για να μιλήσει στον Μπάελ, για να του ζητήσει να πει σε μια από τις Άες Σεντάι να έρθει στο Παλάτι. Μπορούσε να τα βάλει με δύο Άες Σεντάι, αν η κατάσταση έφτανε σε αυτό το σημείο —αρκεί να μη τον καταλάμβαναν εξαπίνης— αλλά δεν υπήρχε λόγος να ριψοκινδυνεύσει προτού μάθαινε ποιες ήταν και τι ζητούσαν.
Είμαι γεμάτος από υπεροψία. Με αρρωσταίνει η υπεροψία που με κατέστρεψε!
Ο Ραντ σκόνταψε. Ήταν η πρώτη φορά σήμερα που είχε μιλήσει η φωνή του Λουζ Θέριν μέσα στο κεφάλι του —το ανησυχητικό ήταν ότι έμοιαζε πολύ με σχόλιο σχετικά με τις σκέψεις του για τις Άες Σεντάι— αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο κατάπιε τα λόγια που ετοιμαζόταν να πει κι έμεινε παγωμένος εκεί.
Λόγω καύσωνα, οι πόρτες έστεκαν ορθάνοιχτες κι έβγαζαν σε έναν από τους κήπους του Παλατιού. Τα λουλούδια είχαν εξαφανιστεί και μερικές τριανταφυλλιές και λευκαστεριές φαίνονταν μαραμένες, όμως τα σκιερά δένδρα υπήρχαν ακόμα, αν και με λιγότερα φύλλα, γύρω από το σιντριβάνι από λευκό μάρμαρο που κελάρυζε στην κάψα του κήπου. Μια γυναίκα με χοντροκαμωμένη καφέ μάλλινη φούστα και φαρδιά λευκή μπλούζα από αλγκόντ στεκόταν πλάι στο σιντριβάνι, μ’ ένα γκρίζο επώμιο φορεμένο κάτω από τους ώμους της, κοιτώντας με θαυμασμό, όπως συνήθιζε, το νερό που δεν είχε άλλη χρήση παρά ως θέαμα. Ο Ραντ ήπιε με το βλέμμα τις γραμμές στο πρόσωπο της Αβιέντα, τα κύματα των κοκκινωπών μαλλιών της που χύνονταν στους ώμους της από το διπλωμένο γκρίζο μαντίλι που ήταν δεμένο στους κροτάφους της. Μα το Φως, ήταν πανέμορφη. Όπως κοίταζε τους υδάτινους πίδακες, δεν τον είχε δει ακόμα.