Την αγαπούσε; Δεν ήξερε. Ήταν μπλεγμένη στο μυαλό και στα όνειρά του με την Ηλαίην, ακόμα και με τη Μιν. Ένα πράγμα ήξερε ο Ραντ, ότι ήταν επικίνδυνος· δεν είχε να προσφέρει τίποτα σε μια γυναίκα εκτός από πόνο.
Ιλυένα, έκλαψε ο Λουζ Θέριν. Τη σκότωσα! Το Φως να με καίει παντοτινά!
«Ίσως είναι σημαντικό που δύο Άες Σεντάι εμφανίζονται με τέτοιο τρόπο», είπε ήσυχα ο Ραντ. «Λέω να επισκεφθώ αυτό το πανδοχείο και να μάθω τι κάνουν εδώ». Σχεδόν όλοι είχαν σταματήσει όταν είχε σταματήσει κι αυτός, όμως η Ενάιλα κι η Τζαλάνι αντάλλαξαν ματιές και τον προσπέρασαν συνεχίζοντας προς τον κήπο. Αυτός δυνάμωσε λιγάκι τη φωνή και τη σκλήρυνε πολύ. «Οι Κόρες εδώ θα έρθουν μαζί μου. Όποιος θέλει να βάλει φόρεμα και να συζητήσει για προξενιά, ας μείνει πίσω».
Η Ενάιλα κι η Τζαλάνι πάγωσαν και γύρισαν να τον αντικρίσουν, με μια λάμψη αγανάκτησης στα μάτια τους. Καλά που δεν ήταν η Σομάρα στη φρουρά σήμερα· εκείνη μπορεί να προχωρούσε ούτως ή άλλως. Τα δάχτυλα της Σούλιν ζωντάνεψαν γοργά με τη χειρομιλία που χρησιμοποιούσαν οι Κόρες· ό,τι κι αν ήταν αυτό που είπε, έπνιξε την αγανάκτηση των δύο τους κι έκανε τα μάγουλά του να κοκκινίσουν. Οι Αελίτες είχαν πολλά και διάφορα σινιάλα όταν ήταν προτιμότερη η σιωπή. Εκτός από εκείνα που ήταν γνωστά σε όλο το Άελ, κάθε φατρία διέθετε τα δικά της, το ίδιο και κάθε κοινωνία, αλλά μόνο οι Κόρες τα είχαν κάνει γλώσσα.
Ο Ραντ δεν περίμενε να τελειώσει η Σούλιν, αλλά έστριψε κι απομακρύνθηκε από τον κήπο. Αυτές οι Άες Σεντάι μπορεί να έφευγαν από το Κάεμλυν όσο γρήγορα είχαν έρθει. Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του. Η Αβιέντα ακόμα ατένιζε το νερό· δεν τον είχε δει. Τάχυνε το βήμα του. «Μπασίρε, θα στείλεις κάποιον άνθρωπό σου να πει να ετοιμάσουν τα άλογα; Στην Πύλη του Νότιου Στάβλου». Οι κύριες πύλες του Παλατιού έβγαζαν στην Πλατεία της Βασίλισσας, που θα έβριθε από ανθρώπους οι οποίοι ήθελαν να του ρίξουν έστω και μια ματιά. Θα του έπαιρνε μισή ώρα για να περάσει ανάμεσά τους, κι αυτό αν ήταν τυχερός.
Ο Μπασίρε έκανε νόημα κι ένας νεαρός Σαλδαίος όρμηξε μπροστά με τις απλωτές δρασκελιές ανθρώπου που έχει συνηθίσει καλύτερα τη σέλα. «Ο άνδρας πρέπει να ξέρει πότε να υποχωρήσει μπροστά σε μια γυναίκα», είπε ο Μπασίρε χωρίς να απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα, «αλλά ο σοφός άνδρας ξέρει ότι μερικές φορές πρέπει να σταθεί και να την αντιμετωπίσει».
«Οι νεαροί», είπε συγκαταβατικά ο Μπάελ. «Ο νεαρός κυνηγά σκιές και κρύβεται από το σεληνόφως, καταλήγοντας να τρυπήσει το πόδι του με τη λόγχη του». Μερικοί από τους άλλους Αελίτες γέλασαν, τόσο από τις Κόρες όσο και από τις Κόκκινες Ασπίδες. Οι πιο μεγάλοι σε ηλικία.
Εκνευρισμένος, ο Ραντ ξανακοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Ούτε οι μεν ούτε οι δε θα δείχνατε ωραίοι αν φορούσατε φουστάνια». Κατά παράξενο τρόπο, οι Κόρες κι οι Μαχαιροκράτες ξαναγέλασαν, πιο δυνατά. Ίσως μάθαινε σιγά-σιγά το Αελίτικο χιούμορ.
Τα πράγματα ήταν όπως τα περίμενε όταν βγήκε καβάλα στο άλογό του από την Πύλη του Νότιου Στάβλου σε έναν από τους καμπυλωτούς δρόμους της Έσω Πόλης. Οι οπλές του Τζήντ’εν κροτοβόλησαν στο πλακόστρωτο, καθώς το άτι σκιρτούσε. Υπήρχε αρκετός κόσμος στο δρόμο, όχι όμως όσος θα ήταν στην άλλη μεριά του Παλατιού, κι αυτοί εδώ πήγαιναν στις δουλειές τους. Έστω κι έτσι, οι άνθρωποι τον έδειχναν με το δάχτυλο κι έγερναν ο ένας στον άλλο μουρμουρίζοντας. Ίσως κάποιοι να αναγνώριζαν τον Μπασίρε —αντίθετα από τον Ραντ, εκείνος έβγαινε και κυκλοφορούσε συχνά στην πόλη — όμως όσοι έβγαιναν από το Παλάτι, ειδικά συνοδεία Αελιτών, πρέπει να ήταν σημαντικός. Τα μουρμουρητά και τα προτεταμένα δάχτυλα τον ακολούθησαν.
Παρά τα βλέμματα, ο Ραντ προσπάθησε να απολαύσει τις ομορφιές της Έσω Πόλης, που ήταν έργο των Ογκιρανών. Ήταν πολύτιμες οι λιγοστές στιγμές που είχε στη διάθεσή του απλώς και μόνο για να απολαύσει κάτι. Οι δρόμοι απομακρύνονταν καμπυλωτά από το αστραφτερό λευκό Βασιλικό Παλάτι, αγκαλιάζοντας τις πλαγιές των λόφων σαν να ήταν μέρος του τοπίου. Παντού ξεπηδούσαν ψηλόλιγνοι πύργοι, καλυμμένοι με πολύχρωμα πλακάκια ή θόλοι χρυσοί ή πορφυροί ή λευκοί που αστραφτοβολούσαν στο φως του ήλιου. Εδώ η οπτική γωνία είχε αφεθεί ανεμπόδιστη, για να χαρίζει τη θέα του δενδρόφυτου πάρκου, εκεί ένα υψωματάκι ανάγκαζε τη ματιά να ταξιδέψει πάνω από την πόλη για να φτάσει στους κάμπους με τους απέραντους λόφους και τα δάση πέρα από το ψηλό λευκό τείχος με τις ασημένιες πινελιές, που αγκάλιαζε ολόκληρο το Κάεμλυν. Η Έσω Πόλη ήταν φτιαγμένη με σκοπό να τέρπει και να καταπραΰνει το βλέμμα. Κατά πώς έλεγαν οι ίδιοι οι Ογκιρανοί, μόνο η Ταρ Βάλον κι η πολυώροφη Μανέθερεν το είχαν ξεπεράσει, και πολλοί άνθρωποι, με τους Αντορινοί πρώτους ανάμεσά τους, πίστευαν ότι το Κάεμλυν ήταν ισάξιο με τις άλλες πόλεις.