Выбрать главу

Τα άσπιλα λευκά τείχη της Έσω Πόλης έδειχναν την αρχή της Νέας Πόλης, που την κύκλωνε με τους δικούς της θόλους κι οβελίσκους, μερικοί εκ των οποίων προσπαθούσαν να ανταγωνιστούν στο ύψος εκείνους που είχε η Έσω Πόλη στους ψηλούς λόφους της. Εδώ πέρα οι δρόμοι, που ήταν στενότεροι, ξεχείλιζαν από πλήθη, ενώ ακόμα κι οι φαρδιές λεωφόροι με τις δενδρόφυτες νησίδες στο μέσον τους ήταν γεμάτοι από κόσμο και βοϊδάμαξες και κάρα που τα έσερναν άλογα, από ανθρώπους έφιππους ή σε άμαξες και σε σέντιες. Ένα βουητό γέμιζε τον αέρα, σαν από πελώριο μελίσσι.

Εδώ η πορεία τους ήταν πιο αργή, αν και τα πλήθη άνοιγαν δρόμο. Δεν ήξεραν ποιος ήταν ο Ραντ, όπως δεν ήξεραν ούτε οι άλλοι στην Έσω Πόλη, αλλά κανείς δεν ήθελε να εμποδίσει το πέρασμα των Αελιτών καβάλα στ’ άλογα. Απλώς χρειαζόταν αρκετή ώρα, με τόσον κόσμο που υπήρχε. Κι υπήρχαν κάθε λογής άνθρωποι. Αγρότες με τραχιά μάλλινα ρούχα, έμποροι, που οι άνδρες φορούσαν σακάκια κι οι γυναίκες φίνα φορέματα. Τεχνίτες που έτρεχαν στις δουλειές τους και πλανόδιοι που κρατούσαν δίσκο ή έσπρωχναν καροτσάκι διαλαλώντας την πραμάτεια τους και προσφέροντας τα πάντα, από καρφίτσες και κορδέλες μέχρι φρούτα και βεγγαλικά· τα δύο τελευταία σπάνιζαν τώρα. Ένας βάρδος με τον γεμάτο μπαλώματα μανδύα του ήταν στριμωγμένος πάνω σε τρεις Αελίτες, οι οποίοι εξέταζαν τις λεπίδες που εκτίθονταν σε έναν πάγκο μπροστά στο εργαστήρι ενός μαχαιροποιού. Δύο λιγνοί με μελαχρινά μαλλιά πλεγμένα σε κοτσίδες και σπαθιά στη ράχη —ο Ραντ φαντάστηκε πως ήταν Κυνηγοί του Κέρατος— στέκονταν και ψιλοκουβέντιαζαν με μερικούς Σαλδαίους ενώ άκουγαν μια γυναίκα να παίζει φλάουτο κι έναν άνδρα τουμπελέκι σε μια γωνιά του δρόμου. Οι Καιρχινοί, πιο κοντοί κι ανοιχτόχρωμοι, ξεχώριζαν από τους Αντορινούς, το ίδιο κι οι μελαψοί Δακρυνοί, όμως ο Ραντ διέκρινε και Μουραντιανούς με μακριά σακάκια κι Αλταρανούς με περίτεχνα γιλέκα, Καντορινούς με διχαλωτά γενάκια, ακόμα και δύο Ντομανούς με μακριά λεπτά μουστάκια και σκουλαρίκια.

Υπήρχε κι άλλο ένα είδος ανθρώπων που ξεχώριζε, εκείνων που περιπλανούνταν με τσαλακωμένα σακάκια ή φορέματα γεμάτα ζάρες, συχνά σκονισμένων, βλεφαρίζοντας, στυλώνοντας το βλέμμα, που ήταν φανερό πως δεν είχαν πουθενά να πάνε και καμία ιδέα τι να κάνουν τώρα. Αυτοί είχαν φτάσει ως εκεί που μπορούσαν για τον σκοπό τους. Αυτόν. Τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Δεν ήξερε τι να τους κάνει, αλλά ήταν δική του ευθύνη, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Κι ας μη τους είχε ζητήσει να αφήσουν κατά μέρος τη ζωή τους ή να εγκαταλείψουν τα πάντα. Το είχαν κάνει. Εξαιτίας του. Κι αν μάθαιναν ποιος ήταν, μπορεί να συνέθλιβαν τους Αελίτες και να τον κομμάτιαζαν, να τον ξέσκιζαν πάνω στον ενθουσιασμό τους να τον αγγίξουν.

Ακούμπησε το ανγκριάλ του χοντρού ανθρωπάκου στην τσέπη του σακακιού του. Θα ήταν καταπληκτικό αν έφτανε στο σημείο να χρησιμοποιήσει τη Μία Δύναμη για να προστατευτεί από ανθρώπους που είχαν παρατήσει τα πάντα για χάρη του. Κι αυτός ήταν ο λόγος που έβγαινε τόσο σπάνια στην πόλη. Ένας από τους λόγους, εν πάση περιπτώσει. Είχε πολλή δουλειά να κάνει και δεν άδειαζε για αργόσχολες βόλτες.

Το πανδοχείο στο οποίο τον οδήγησε ο Μπάελ, προς το δυτικό άκρο της πόλης, λεγόταν το Κυνηγόσκυλο του Κουλαίν, κι ήταν διώροφο με οροφή από κόκκινα κεραμίδια. Στο στριφογυριστό παράδρομο, το πυκνό πλήθος οπισθοχώρησε και προς τις δύο κατευθύνσεις, στενεύοντας για να στριμωχτεί πάνω στην ομάδα του Ραντ, όταν αυτή σταμάτησε. Ο Ραντ ξανάγγιξε το ανγκριάλ —δύο Άες Σεντάι· σίγουρα μπορούσε να τις αντιμετωπίσει χωρίς να καταφύγει σ’ αυτό— πριν ξεπεζέψει και μπει μέσα. Πρώτα, φυσικά, είχαν μπει τρεις Κόρες και δύο Μαχαιροκράτες, με άγρυπνο βλέμμα κι έτοιμοι να βάλουν πέπλο στη στιγμή. Ο Ραντ πιο εύκολα θα κατάφερνε να μάθει μια γάτα να τραγουδά. Αφήνοντας δύο Σαλδαίους με τα άλογα, ο Μπασίρε κι οι άλλοι μπήκαν μέσα από κοντά του μαζί με τον Μπάελ, ενώ οι άλλοι Αελίτες ακολούθησαν με εξαίρεση εκείνους που είχαν μείνει έξω φρουροί. Αυτό που βρήκαν μέσα δεν ήταν αυτό που περίμενε ο Ραντ.