Η κοινή αίθουσα ήταν ίδια κι απαράλλαχτη με εκατό άλλες στο Κάεμλυν: μεγάλα βαρέλια με μπύρα και κρασί σε έναν απλό τοίχο, επενδυμένο με γύψο και βαρελάκια του μπράντυ από πάνω, με μια γκρίζα ριγέ γάτα ξαπλωμένη στην κορυφή, δύο πέτρινα τζάκια σκουπισμένα κι άδεια, τρεις-τέσσερις υπηρέτριες με ποδιές που τριγυρνούσαν ανάμεσα στα τραπέζια, πάγκοι εδώ κι εκεί στο γυμνό ξύλινο πάτωμα κάτω από την οροφή που φαίνονταν τα δοκάρια της. Ο πανδοχέας, ένας στρογγυλοπρόσωπος άνδρας με τριπλοσάγονο, πλησίασε βιαστικά, τρίβοντας τα χέρια και κοιτώντας τους Αελίτες με μια δόση νευρικότητας. Το Κάεμλυν είχε μάθει ότι δεν είχαν έρθει για να λεηλατήσουν και να κάψουν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους —ακόμα πιο δύσκολο απ’ αυτό ήταν ότι ο Ραντ είχε πείσει τους Αελίτες πως το Κάεμλυν δεν ήταν κατακτημένη χώρα και δεν μπορούσαν να πάρουν το ένα πέμπτο— αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι οι πανδοχείς ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν δυο ντουζίνες Αελίτες στην κοινή αίθουσά τους.
Ο πανδοχέας στράφηκε στον Ραντ και τον Μπασίρε. Κυρίως στον Μπασίρε. Κι οι δύο ήταν προφανώς σπουδαία πρόσωπα, όπως έδειχναν τα ρούχα τους, αλλά ο Μπασίρε ήταν ο μεγαλύτερος κατά πολλά χρόνια κι άρα, πιθανότατα, ο πιο σημαντικός. «Καλωσόρισες, Άρχοντά μου, Άρχοντές μου. Τι μπορώ να σας προσφέρω; Έχω κρασιά από το Μουράντυ αλλά κι Αντορινά, μπράντυ από...»
Ο Ραντ δεν του έδωσε σημασία. Αυτό που δεν έμοιαζε με άλλες εκατό κοινές αίθουσες ήταν οι πελάτες. Αυτή την ώρα θα περίμενε να δει δυο-τρεις άνδρες ίσως, αλλά εδώ δεν υπήρχε κανείς. Αντιθέτως, τα περισσότερα τραπέζια ήταν κατειλημμένα από απλά ντυμένες γυναίκες, κορίτσια σχεδόν οι περισσότερες, που στριφογυρνούσαν στους πάγκους τους, κρατώντας φλιτζάνια του τσαγιού, για να κοιτάξουν με ανοιχτό στόμα τους νεοαφιχθέντες. Αρκετές άφησαν κοφτές κραυγούλες βλέποντας το μπόι του Μπάελ. Δεν κοίταζαν, όμως, όλες τους Αελίτες, κι οι σχεδόν δώδεκα που έχασκαν κοιτάζοντας αυτόν έκαναν τον Ραντ να γουρλώσει τα μάτια. Τις ήξερε. Όχι καλά, αλλά τις ήξερε. Μία συγκεκριμένη τράβηξε την προσοχή του.
«Μποντ;» είπε, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει. Η κοπέλα με τα μεγάλα μάτια που τον κοίταζε —πότε είχε μεγαλώσει τόσο, ώστε να χτενίζει σε πλεξούδα τα μαλλιά της;— ήταν η Μπόντχουιν Κώθον, η αδελφή του Ματ. Ήταν επίσης εκεί η παχουλή Χίλντε Μπάραν, καθισμένη πλάι στην κοκαλιάρα Τζέριλιν αλ’Κάαρ, κι η ομορφούλα η Μαρίσα Άχαν, με τα χέρια σηκωμένα στα μάγουλα, όπως έκανε πάντα όταν ξαφνιαζόταν, κι η πληθωρική Έμρυ Λιούιν κι η Ελίζε Μάργουιν κι η Ντάρεα Κάντγουιν και... Ήταν από το Πεδίο του Έμοντ, ή από τα γύρω μέρη. Ρίχνοντας μια ματιά στα άλλα τραπέζια, συνειδητοποίησε ότι κι οι υπόλοιπες πρέπει να ήταν κοπέλες από τους Δύο Ποταμούς. Τουλάχιστον οι περισσότερες —είδε ένα πρόσωπο Ντομανής και μια-δυο κοπέλες που πρέπει να ήταν από άλλα μέρη— όμως όλα τα φορέματα εκεί ήταν αυτά που θα περίμενες να δεις οποιαδήποτε μέρα στο Δημόσιο Λιβάδι του Πεδίου του Έμοντ. «Τι στο Φως κάνετε εδώ;»
«Πάμε στην Ταρ Βάλον», κατάφερε να πει η Μποντ, παρ’ όλο που έχασκε. Το μόνο πάνω της που θύμιζε τον Ματ ήταν μια σκανταλιάρικη σπίθα στο βλέμμα. Η κατάπληξή της που τον έβλεπε εξαφανίστηκε γρήγορα μέσα σε ένα λαμπερό χαμόγελο θαυμασμού και χαράς. «Για να γίνουμε Άες Σεντάι, σαν την Εγκουέν και τη Νυνάβε».
«Το ίδιο μπορούμε να ρωτήσουμε και για σένα», μπήκε στη μέση η αιθέρια Λαρίν Αγιέλιν, στρώνοντας τη χοντρή πλεξούδα της πάνω από τον ώμο της με επιτηδευμένη αδιαφορία. Ήταν η μεγαλύτερη από τις κοπέλες του Πεδίου του Έμοντ —τρία χρόνια μικρότερη του, αλλά η μόνη εκτός από την Μποντ που είχε τα μαλλιά πλεξούδα— κι είχε πάντα μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της. Ήταν αρκετά όμορφη ώστε τα αγόρια να επιβεβαιώνουν αυτή την άποψη. «Ο Άρχοντας Πέριν δεν είπε σχεδόν τίποτα για σένα, μόνο ότι ήσουν κάπου μακριά και ζούσες περιπέτειες. Κι ότι φορούσες φίνα σακάκια, κάτι που τώρα το βλέπω και μόνη μου».
«Είναι καλά ο Ματ;» ρώτησε η Μποντ με ξαφνική αγωνία. «Είναι μαζί σου; Η μητέρα ανησυχεί. Ο Ματ δεν θυμάται ούτε καθαρές κάλτσες να βάλει, αν δεν του το πεις».
«Όχι», είπε αργά ο Ραντ, «δεν είναι εδώ. Αλλά είναι καλά».
«Δεν περιμέναμε να σε βρούμε στο Κάεμλυν», είπε η Τζάνασυ Τόρφιν με την ψιλή φωνούλα της. Το πολύ να ήταν δεκατεσσάρων χρόνων· η νεότερη, τουλάχιστον από τις Εμοντίτισσες. «Πάω στοίχημα ότι η Βέριν Σεντάι κι η Αλάνα Σεντάι θα χαρούν. Όλο ρωτάνε τι ξέρουμε για σένα».
Αυτές, λοιπόν, ήταν οι δύο Άες Σεντάι. Ήξερε τη Βέριν, μια Καφέ αδελφή, σχετικά καλά. Δεν ήξερε ακόμα τι να σκεφτεί για την παρουσία της εδώ. Ούτως ή άλλως, δεν ήταν το πιο σημαντικό. Αυτές οι κοπέλες ήταν από την πατρίδα. «Όλα καλά στους Δύο Ποταμούς, λοιπόν; Στο Πεδίο του Έμοντ; Ο Πέριν, φαίνεται, έφτασε εκεί καλά. Για στάσου! Άρχοντας Πέριν;»