Αυτό άνοιξε τους κρουνούς. Τα υπόλοιπα κορίτσια των Δύο Ποταμών έβρισκαν περισσότερο ενδιαφέρον στο να περιεργάζονται τους Αελίτες με λοξές ματιές, ειδικά τον Μπάελ, αφήνοντας κανένα βλέμμα για τους Σαλδαίους, όμως οι κοπέλες του Πεδίου του Έμοντ μαζεύτηκαν γύρω από τον Ραντ, προσπαθώντας όλες να του τα πουν όλα μαζί, μπερδεμένα κι ανακατεμένα, παρεμβάλλοντας ερωτήσεις για τον ίδιο και για τον Ματ, για την Εγκουέν και για τη Νυνάβε, τις περισσότερες από τις οποίες δεν θα προλάβαινε να απαντήσει ούτε σε μια ώρα, αν είχε την ευκαιρία.
Είχαν εισβάλει Τρόλοκ στους Δύο Ποταμούς, όμως ο Άρχοντας Πέριν τους είχε διώξει. Έλεγαν και ξανάλεγαν για τη μεγάλη μάχη, μιλώντας η μια πάνω στην άλλη, έτσι που ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις λεπτομέρειες εκτός από το γεγονός ότι είχε δοθεί μια μάχη. Όλοι, φυσικά, είχαν πολεμήσει, αλλά εκείνος που τους είχε σώσει ήταν ο Άρχοντας Πέριν. Πάντα έλεγαν Άρχοντας Πέριν· όποτε έλεγε απλώς Πέριν, τον διόρθωναν με τον αυτόματο τρόπο που θα σε διόρθωναν αν έλεγες άλογο αντί για αλογόμυγα.
Ακόμα και με την είδηση της ήττας των Τρόλοκ, ο Ραντ ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Τους είχε εγκαταλείψει όταν ακριβώς συνέβαινε αυτό. Αν είχε πάει εκεί, μπορεί να μην ήταν τόσο μακρύς ο κατάλογος των νεκρών, τα τόσα ονόματα που ήξερε. Αλλά αν είχε πάει εκεί, δεν θα είχε τους Αελίτες στο πλευρό του. Η Καιρχίν δεν θα ήταν δική του, στο βαθμό που ήταν δική του τέλος πάντων, κι ο Ράχβιν πιθανότατα θα έστελνε ένα ενωμένο Άντορ εναντίον του ίδιου και των Δύο Ποταμών. Υπήρχε ένα τίμημα που έπρεπε να πληρώσει για κάθε απόφαση που έπαιρνε. Υπήρχε ένα τίμημα γι’ αυτό που ήταν. Το πλήρωναν οι άλλοι. Έπρεπε να υπενθυμίζει συνεχώς στον εαυτό του ότι το τίμημα ήταν πολύ μικρότερο απ’ ό,τι θα πλήρωναν χωρίς αυτόν. Η υπενθύμιση, όμως, δεν βοηθούσε.
Νομίζοντας ότι η απόγνωση του οφειλόταν στην απαρίθμηση των νεκρών των Δύο Ποταμών, οι κοπέλες βιάστηκαν να συνεχίσουν με πιο ευχάριστα θέματα. Όπως έλεγαν, ο Πέριν είχε παντρευτεί τη Φάιλε. Ο Ραντ του ευχήθηκε να ευτυχήσει κι αναρωτήθηκε πόσον καιρό θα κρατούσε η όποια ευτυχία έβρισκαν. Οι κοπέλες το θεωρούσαν ρομαντικό κι υπέροχο, κι απλώς έδειχναν να λυπούνται που δεν υπήρχε χρόνος για τα συνηθισμένα γαμήλια ξεφαντώματα. Είχαν σε εκτίμηση τη Φάιλε, τη θαύμαζαν αρκετά και τη ζήλευαν λιγάκι, ακόμα κι η Λαρίν.
Είχαν περάσει και Λευκομανδίτες από εκεί, και μαζί τους ο Πάνταν Φάιν, ο γερο-πραματευτής που ερχόταν στο Πεδίο του Έμοντ κάθε άνοιξη. Οι κοπέλες δεν ήταν σίγουρες αν οι Λευκομανδίτες ήταν φίλοι ή εχθροί, αλλά για τον Ραντ η παρουσία του Φάιν ξεκαθάριζε το θέμα, λες κι υπήρχε αμφιβολία. Ο Φάιν ήταν Σκοτεινόφιλος, ίσως κάτι χειρότερο από Σκοτεινόφιλο, και θα έκανε τα πάντα για να βλάψει τον Ραντ, τον Ματ και τον Πέριν. Ειδικά τον Ραντ. Ίσως η χειρότερη είδηση που είχαν να του πουν ήταν ότι κανένας δεν ήξερε αν ο Φάιν ήταν νεκρός. Εν πάση περιπτώσει, οι Λευκομανδίτες είχαν φύγει, οι Τρόλοκ είχαν φύγει κι οι πρόσφυγες έρχονταν σαν πλημμύρα από τα Όρη της Ομίχλης, φέρνοντας λογής-λογής καινούρια πράγματα, από έθιμα ως τέχνες, από φυτά και σπόρους ως ρούχα. Μια από τις άλλες κοπέλες ήταν Ντομανή, κι υπήρχαν δύο Ταραμπονέζες και τρεις από την Πεδιάδα Άλμοθ.
«Η Λαρίν αγόρασε ένα Ντομανικό φόρεμα», γέλασε η μικρούλα Τζάνασυ, παίζοντας τα βλέφαρα, «αλλά η μητέρα της την έβαλε να το επιστρέψει στη μοδίστρα». Η Λαρίν σήκωσε το χέρι, ύστερα το ξανασκέφτηκε κι απλώς έσιαξε την πλεξούδα της ξεφυσώντας απαλά. Η Τζάνασυ χαχάνισε.
«Ποιος νοιάζεται για φορέματα;» αναφώνησε η Σούσα αλ’Σήν. «Ο Ραντ δεν ενδιαφέρεται για φορέματα». Η Σούσα, μικρή και πεταχτούλα, πάντα ήταν ενθουσιώδης, και τώρα σχεδόν χοροπηδούσε στις μύτες των ποδιών της. «Η Αλάνα Σεντάι κι η Βέριν Σεντάι τις εξέτασαν όλες. Ε. Σχεδόν όλες...»
«Η Σίλια Κόουλ ήθελε να την εξετάσουν κι αυτήν», παρενέβη η Μάρσε Έλντιν, μια στιβαρή κοπέλα. Ο Ραντ δεν θυμόταν και πολλά, μόνο ότι πάντα είχε τη μύτη χωμένη σ’ ένα βιβλίο, ακόμα κι όταν περπατούσε στο δρόμο. «Επέμενε! Πέρασε, αλλά της είπαν ότι ήταν μεγάλη για μαθητευόμενη».
Η Σούσα συνέχισε μόλις σταμάτησε να μιλά η Μάρσε. «...Όλες περάσαμε...»
«Μετά την Ασπρογέφυρα ταξιδεύαμε όλη μέρα και σχεδόν όλη νύχτα», μπήκε στη μέση η Μποντ. «Είναι ωραίο που μένουμε λίγο σε ένα μέρος».
«Ραντ, εσύ έχεις δει την Ασπρογέφυρα;» είπε η Τζανάσυ ενώ ακόμα μιλούσε η Μποντ. «Και την ίδια την Ασπρη Γέφυρα;»
«...Και πάμε στην Ταρ Βάλον για να γίνουμε Άες Σεντάι», κατέληξε η Σούσα με μια άγρια ματιά που είχε ως αποδέκτες την Μποντ, τη Μάρσε και την Τζανάσυ. «Στην Ταρ Βάλον!»