Выбрать главу

«Δεν πάμε ακόμα στην Ταρ Βάλον».

Η φωνή που ακούστηκε από την είσοδο τράβηξε την προσοχή των κοριτσιών από τον Ραντ, όμως οι δύο Άες Σεντάι που έμπαιναν εκείνη τη στιγμή παραμέρισαν τις ερωτήσεις τους με μια αδιάφορη κίνηση. Η προσοχή των Άες Σεντάι ήταν εξ ολοκλήρου στραμμένη στον Ραντ. Ήταν πολύ διαφορετικές γυναίκες, παρά τα κοινά χαρακτηριστικά των προσώπων τους. Αμφότερες ήταν απροσδιόριστης ηλικίας, όμως η Βέριν ήταν κοντή και παχουλή, με τετράγωνο πρόσωπο και γκρίζες νότες στα μαλλιά της, ενώ η άλλη, που πρέπει να ήταν η Αλάνα, ήταν μελαψή και λυγερή, μια πανέμορφη, όλο χάρη γυναίκα με καταρράχτες μελαχρινών μαλλιών και με ένα φως στα μάτια που έδειχνε οξύθυμο χαρακτήρα. Και με μια ελαφριά κοκκινίλα, σαν να είχε κλάψει, αν κι ο Ραντ δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μια Άες Σεντάι θα έβαζε τα κλάματα. Το φόρεμα ιππασίας της ήταν από γκρίζο μετάξι με πράσινες πινελιές κι έμοιαζε σαν να το είχε μόλις φορέσει, ενώ το καφέ φόρεμα της Βέριν φαινόταν κάπως τσαλακωμένο. Μπορεί η Βέριν να μην έδινε σημασία στα ρούχα της, αλλά τα μαύρα μάτια της ήταν άγρυπνα. Είχαν κολλήσει στον Ραντ σαν μύδια σε βράχο.

Δύο άνδρες με σκουροπράσινους μανδύες τις ακολούθησαν στην κοινή αίθουσα, ένας γεροδεμένος και γκριζομάλλης κι ένας ψηλόλιγνος και μελαχρινός, όμως κι οι δύο είχαν σπαθιά στο πλευρό κι η σβελτάδα των κινήσεων τους θα φώναζε ότι ήταν Πρόμαχοι, ακόμα κι αν δεν υπήρχαν οι Άες Σεντάι. Αγνόησαν τελείως τον Ραντ και περιεργάστηκαν τους Αελίτες και τους Σαλδαίους με μια ακινησία που έμοιαζε με παγωμένη κίνηση έτοιμη να ξαναρχίσει. Όσο για τους Αελίτες, εκείνοι δεν κουνήθηκαν ακριβώς, αλλά κάτι πάνω τους έδωσε την εντύπωση ότι φορούσαν τα πέπλα τους, τόσο οι Κόρες όσο κι οι Μαχαιροκράτες, και τα δάχτυλα των νεαρών Σαλδαίων πλησίασαν τις λαβές των σπαθιών τους. Μόνο ο Μπάελ κι ο Μπασίρε έδειχναν να είναι πραγματικά ατάραχοι. Τα κορίτσια δεν πρόσεξαν τίποτα εκτός από τις Άες Σεντάι, όμως ο χοντρός πανδοχέας ένιωσε την ατμόσφαιρα κι άρχισε να τρίβει νευρικά τα χέρια, χωρίς αμφιβολία σαν να έβλεπε νοερά την κοινή αίθουσα κατεστραμμένη, ίσως κι ολόκληρο το πανδοχείο του.

«Δεν είμαστε εδώ για καυγά», είπε δυνατά κι ήρεμα ο Ραντ, για να ακουστεί από τον πανδοχέα, από τους Αελίτες. Για να ακουστεί απ’ όλους, όπως έλπιζε μέσα του. «Εκτός αν αρχίσεις εσύ τον καυγά, Βέριν». Μερικές κοπέλες τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια που μιλούσε έτσι σε μια Άες Σεντάι, κι η Λαρίν ξεφύσησε δυνατά.

Η Βέριν τον μελέτησε με μάτια σαν πουλιού. «Ποιες είμαστε εμείς για να αρχίσουμε καυγάδες κοντά σου; Έχεις προοδεύσει πολύ από την τελευταία φορά που σε είδα».

Για κάποιο λόγο, ο Ραντ δεν ήθελε να μιλήσει γι’ αυτό. «Αφού αποφασίσατε να μην πάτε στην Ταρ Βάλον, τότε πρέπει να έχετε μάθει ότι ο Πύργος γκρεμίστηκε». Αυτό έδωσε αφορμή για μουρμουρητά έκπληξης ανάμεσα στις κοπέλες· σίγουρα αυτές δεν το είχαν ακουστά. Οι Άες Σεντάι δεν αντέδρασαν καθόλου. «Ξέρετε πού βρίσκονται εκείνες που αντιτίθενται στην Ελάιντα;»

«Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να συζητήσουμε κατ’ ιδίαν», είπε γαλήνια η Αλάνα. «Αφέντη Νχίλχαμ, θα χρειαστούμε την ιδιωτική τραπεζαρία σου». Ο πανδοχέας τσακίστηκε να τη διαβεβαιώσει ότι ήταν στη διάθεση της.

Η Βέριν ξεκίνησε για μια πλαϊνή πόρτα. «Από δω, Ραντ». Η Αλάνα τον κοίταξε, υψώνοντας το φρύδι της ερωτηματικά.

Ο Ραντ συγκράτησε ένα σαρκαστικό χαμόγελο. Είχαν μπει μέσα κι είχαν πάρει αμέσως τα ηνία, όμως για τις Άες Σεντάι αυτό φαινόταν φυσικό όσο κι η αναπνοή. Οι κοπέλες των Δύο Ποταμών τον κοίταξαν, άλλες με λιγότερη συμπόνια κι άλλες με περισσότερη. Σίγουρα περίμεναν ότι οι Άες Σεντάι θα τον έγδερναν ζωντανό, αν δεν μιλούσε καθωσπρέπει και δεν καθόταν με τα χεράκια στα γόνατα. Ίσως το ίδιο να περίμεναν κι η Βέριν με την Αλάνα. Με μια ήρεμη υπόκλιση έκανε νόημα στην Αλάνα να προπορευτεί. Είχε προοδεύσει πολύ, ε; Δεν είχαν ιδέα πόσο.

Η Αλάνα απάντησε μ’ ένα νεύμα στην υπόκλιση του, μάζεψε τα φουστάνια της και προχώρησε ανάλαφρα πίσω από τη Βέριν, όμως αμέσως η κατάσταση περιπλέχτηκε. Οι δύο Πρόμαχοι έκαναν να ακολουθήσουν τις Άες Σεντάι, αλλά πριν κάνουν ένα βήμα, δυο Σόβιν Νάι με παγωμένο βλέμμα κινήθηκαν για να τους κλείσουν το δρόμο, ενώ τα δάχτυλα της Σούλιν σπαρτάρισαν από τη χειρομιλία, στέλνοντας την Ενάιλα και μια στιβαρή Κόρη ονόματι Νταγκέντρα στην πόρτα που πλησίαζαν οι Άες Σεντάι. Οι Σαλδαίοι κοίταξαν τον Μπασίρε, ο οποίος τους έκανε νόημα να περιμένουν, αλλά μετά έριξε μια ερωτηματική ματιά στον Ραντ.

Η Αλάνα άφησε έναν ήχο ενόχλησης. «Θα μιλήσουμε μόνες μαζί του, Ίχβον». Ο λεπτός Πρόμαχος έσμιξε τα φρύδια κι ύστερα ένευσε αργά.