Η Βέριν έριξε μια ματιά πίσω της, κάπως έκπληκτη, σαν να την είχαν αποσπάσει από βαθιούς συλλογισμούς. «Τι; Α, ναι, φυσικά. Τόμας, μείνε εδώ, σε παρακαλώ». Ο γκριζομάλλης Πρόμαχος έδειξε αμφιβολία κι έριξε ένα σκληρό βλέμμα στον Ραντ πριν ξαναγείρει νωχελικά στον τοίχο πλάι στην πόρτα που έβγαζε στον δρόμο. Νωχελικά με την έννοια που θα έλεγες νωχελικό το κορδόνι μιας παγίδας. Μόνο τότε χαλάρωσαν οι Μαχαιροκράτες — όσο χαλάρωναν τέλος πάντων οι Αελίτες.
«Θέλω να τους μιλήσω μόνος», είπε ο Ραντ, κοιτώντας κατάματα τη Σούλιν. Για μια στιγμή, του φάνηκε πως θα του έφερνε αντίρρηση. Το σαγόνι της σάλεψε πεισματάρικα· τελικά αντάλλαξε χειρομιλία με την Ενάιλα και την Νταγκέντρα, κι οι άλλες δύο οπισθοχώρησαν, κοιτώντας τον και κουνώντας το κεφάλι αποδοκιμαστικά. Τα δάχτυλα της Σούλιν κουνήθηκαν πάλι κι όλες οι Κόρες γέλασαν. Ο Ραντ ευχήθηκε να υπήρχε τρόπος να μάθει χειρομιλία· η Σούλιν είχε σκανδαλιστεί όταν της το είχε ζητήσει.
Οι κοπέλες των Δύο Ποταμών αντάλλαξαν μπερδεμένες ματιές, καθώς ο Ραντ ακολουθούσε τις Άες Σεντάι, ενώ το βουητό δυνάμωσε καθώς αυτός έκλεινε την πόρτα πίσω τους. Η τραπεζαρία ήταν ένα μικρό δωμάτιο, αλλά είχε φινιρισμένες καρέκλες αντί για πάγκους, και κασσιτέρινα κηροπήγια τόσο στο φινιρισμένο τραπέζι όσο και στην κορνίζα του τζακιού που ήταν στολισμένη με ανάγλυφα κλήματα. Τα δύο παράθυρα ήταν κλειστά, όμως ούτε αυτός ούτε οι δυο Άες Σεντάι πήγαν να τα ανοίξουν. Αναρωτήθηκε αν είχαν προσέξει πως ούτε αυτός επηρεαζόταν από τη ζέστη.
«Θα τις πάτε σε αυτές που εξεγέρθηκαν;» τις ρώτησε αμέσως.
Η Βέριν, σμίγοντας τα φρύδια, έσιαξε τα φουστάνια της. «Ξέρεις περισσότερα από μας γι’ αυτό».
«Μόνο όταν φτάσαμε στην Ασπρογέφυρα μάθαμε για τα γεγονότα στον Πύργο». Ο τόνος της Αλάνα ήταν ψυχρός, όμως υπήρχε μια φλόγα στο βλέμμα που είχε στυλώσει πάνω του. «Τι ξέρεις γι’ αυτές που... εξεγέρθηκαν;» Μια δόση απέχθειας χρωμάτισε τη φωνή της μ’ αυτή τη λέξη.
Άρα είχαν πρωτακούσει τις φήμες στην Ασπρογέφυρα κι είχαν έρθει βιαστικά εδώ, κρατώντας τα όλα μυστικά από τα κορίτσια. Και κρίνοντας από τις αντιδράσεις της Μποντ και των υπόλοιπων, η απόφαση να μη πάνε στην Ταρ Βάλον ήταν πρόσφατη. Όπως φαινόταν, το είχαν επιβεβαιώσει τώρα το πρωί. «Δεν φαντάζομαι να μου πείτε ποιος είναι ο κατάσκοπος σας στο Κάεμλυν». Αυτές απλώς τον κοίταξαν, ενώ η Βέριν έγειρε το κεφάλι για να τον περιεργαστεί. Ήταν παράξενο που το βλέμμα των Άες Σεντάι κάποτε ήταν τόσο ανησυχαστικό, τόσο γαλήνιο ό,τι κι αν συνέβαινε, τόσο σοφό. Το να τον κοιτάζει μια Άες Σεντάι, ή και δύο, δεν του προκαλούσε πια κόμπο στο στομάχι. Υπεροψία. Ο Λουζ Θέριν γέλασε τρελά κι ο Ραντ έπνιξε μια γκριμάτσα. «Μου είπαν ότι υπάρχουν εξεγερθείσες. Δεν αρνηθήκατε ότι ξέρετε πού είναι. Δεν θέλω το κακό τους, αντιθέτως. Έχω λόγους να πιστεύω ότι ίσως με υποστηρίξουν». Απέκρυψε τον κύριο λόγο που ρωτούσε. Ίσως ο Μπασίρε να είχε δίκιο, ίσως να χρειαζόταν την υποστήριξη των Άες Σεντάι, αλλά κυρίως ήθελε να μάθει επειδή του είχαν πει ότι η Ηλαίην ήταν μαζί τους. Τη χρειαζόταν για να κερδίσει ειρηνικά το Αντορ. Αυτό ήταν το μόνο κίνητρο της αναζήτησης της. Το μοναδικό. Ήταν εξίσου επικίνδυνος γι’ αυτήν όσο και για την Αβιέντα. «Για την αγάπη του Φωτός, αν ξέρετε, πείτε μου».
«Αν ξέραμε», απάντησε η Αλάνα, «δεν θα είχαμε δικαίωμα να το πούμε σε κανέναν. Σε περίπτωση που αποφασίσουν να σε υποστηρίξουν, να είσαι βέβαιος ότι θα σε αναζητήσουν».
«Όταν θελήσουν αυτές», είπε η Βέριν, «όχι εσύ».
Ο Ραντ χαμογέλασε βλοσυρά. Κακώς περίμενε κάτι περισσότερο. Η συμβουλή της Μουαραίν κυριαρχούσε στις σκέψεις του. Μην εμπιστεύεσαι γυναίκα που φορούσε το επώμιο τη μέρα του θανάτου της.
«Είναι μαζί σου ο Ματ;» ρώτησε η Αλάνα, λες κι αυτό ήταν το τελευταίο που είχε στο νου της.
«Αν ήξερα πού ήταν, γιατί θα έπρεπε να σου το πω; Μία σου και μία μου;» Εκείνες δεν το βρήκαν αστείο.
«Είναι ανόητο να μας αντιμετωπίζεις ως εχθρούς», μουρμούρισε η Αλάνα, πλησιάζοντάς τον. «Δείχνεις κουρασμένος. Αναπαύεσαι αρκετά;» Αυτός απομακρύνθηκε από το υψωμένο χέρι της κι εκείνη σταμάτησε. «Όπως κι εσύ, Ραντ, δεν έχω κακό σκοπό. Τίποτα απ’ όσα κάνω εδώ δεν θα σου προκαλέσει ζημιά».
Εφόσον το είχε πει ευθέως, πρέπει να ήταν έτσι. Ο Ραντ ένευσε κι η Αλάνα έφερε το χέρι της στο κεφάλι του. Ένα απαλό γαργαλητό διέτρεξε την επιδερμίδα του, καθώς η Άες Σεντάι αγκάλιαζε το σαϊντάρ, κι ένας γνώριμος ζεστός κυματισμός τον διαπέρασε, η αίσθηση που του άφηνε καθώς εξέταζε την υγεία του.
Η Αλάνα ένευσε ικανοποιημένη. Και ξαφνικά, η ζέστη έγινε κάψα, μια μεγάλη, δυνατή αστραπή, λες κι ο Ραντ είχε σταθεί για μια στιγμή μέσα σε ένα βρυχώμενο καμίνι. Ακόμα κι όταν αυτό πέρασε, ο Ραντ ένιωθε παράξενα, έχοντας ολότελα διαφορετική συναίσθηση του εαυτού του, έχοντας συναίσθηση της Αλάνα. Ταλαντεύτηκε, με το κεφάλι θολό, τα μέλη λυμένα. Μια ηχώ σύγχυσης κι ανησυχίας ήρθε από τον Λουζ Θέριν.