«Τι έκανες;» ζήτησε να μάθει. Οργισμένος, άδραξε το σαϊντίν. Η δύναμη του σαϊντίν τον βοήθησε να σταθεί όρθιος. «Τι έκανες;»
Κάτι παλλόταν στη ροή ανάμεσα στον ίδιο και στην Αληθινή Πηγή. Προσπαθούσαν να τον θωρακίσουν! Υφαίνοντας τις δικές του ασπίδες, απέσεισε τις δικές τους. Πραγματικά είχε προοδεύσει πολύ κι είχε μάθει πολλά από την τελευταία φορά που τον είχε δει η Βέριν. Η Βέριν παραπάτησε, ακούμπησε το χέρι στο τραπέζι για να στηριχτεί, κι η Αλάνα μούγκρισε σαν να την είχε γρονθοκοπήσει.
«Τι έκανες;» Ακόμα και βαθιά στο ψυχρό, δίχως συναισθήματα Κενό που βρισκόταν, η φωνή του ήταν αγριεμένη. «Πες μου! Εγώ δεν υποσχέθηκα ότι δεν θα σου κάνω κακό. Αν δεν μου πεις—»
«Σε δέσμευσε», είπε γοργά η Βέριν· μπορεί η αταραξία της να είχε κλυδωνιστεί για μια στιγμή, αλλά την είχε αγκαλιάσει πάλι αμέσως. «Σε δέσμευσε ως έναν από τους Προμάχους της. Αυτό είναι όλο».
Η Αλάνα ανέκτησε ακόμα πιο γοργά την αυτοκυριαρχία της. Θωρακισμένη, τον αντιμετώπισε ψύχραιμα, με τα χέρια σταυρωμένα και μια υποψία ικανοποίησης στο βλέμμα. Ικανοποίησης! «Είπα ότι δεν θα σε έβλαπτα, κι αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο».
Παίρνοντας βαθιές, αργές ανάσες, ο Ραντ προσπάθησε να βρει μια άκρη. Είχε πέσει σαν κουτάβι στην παγίδα. Η οργή λυσσομανούσε στο εξωτερικό του Κενού. Ψύχραιμος. Έπρεπε να μείνει ψύχραιμος. Ένας από τους Προμάχους της. Ήταν μια Πράσινη, λοιπόν, όχι πως αυτό είχε σημασία. Γνώριζε ελάχιστα για τους Προμάχους, και βέβαια όχι το πώς μπορούσε να σπάσει τον δεσμό ή αν γινόταν καν να σπάσει. Το μόνο που ένιωθε ο Ραντ από τον Λουζ Θέριν ήταν μια αίσθηση εμβρόντητης κατάπληξης. Ευχήθηκε, κι όχι για πρώτη φορά, να μην είχε τραβήξει γι’ αλλού ο Λαν μετά τον θάνατο της Μουαραίν.
«Είπες ότι δεν θα πάτε στην Ταρ Βάλον. Σ’ αυτή την περίπτωση, αφού, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν ξέρετε πού είναι οι εξεγερθείσες, θα μείνετε εδώ στο Κάεμλυν». Η Αλάνα άνοιξε το στόμα, εκείνος όμως της έκοψε τη φόρα. «Να είστε ευχαριστημένες, αν δεν αποφασίσω να δέσω αυτές τις ασπίδες και να σας αφήσω έτσι!» Αυτό τις έκανε να τον προσέξουν. Το στόμα της Βέριν σφίχτηκε και τα μάτια της Αλάνα θύμιζαν το καμίνι που εκείνος είχε νιώσει προηγουμένως. «Αλλά δεν θα με πλησιάζετε. Η Έσω Πόλη είναι απαγορευμένη για σας, εκτός αν σας καλέσω εγώ. Αν το παραβιάσετε αυτό, τότε σίγουρα θα σας αφήσω θωρακισμένες κι επιπλέον κλειδωμένες σε κελί. Συνεννοηθήκαμε;»
«Τέλεια». Παρά το βλέμμα της, η φωνή της Αλάνα ήταν πάγος. Η Βέριν απλώς ένευσε.
Ο Ραντ άνοιξε την πόρτα και σταμάτησε. Είχε ξεχάσει τις κοπέλες των Δύο Ποταμών. Μερικές μιλούσαν στις Κόρες, κάποιες απλώς τις περιεργάζονταν και ψιθύριζαν πίνοντας τσάι. Η Μποντ και μερικές ακόμη από το Πεδίο του Έμοντ έκαναν ερωτήσεις στον Μπασίρε, ο οποίος κρατούσε μια κασσιτέρινη κούπα στο χέρι κι είχε ανεβασμένο το ένα πόδι στον πάγκο. Έμοιαζαν ταυτόχρονα να διασκεδάζουν και να φρικιούν. Η πόρτα που άνοιξε με βρόντο τις έκανε να γυρίσουν πάραυτα το κεφάλι.
«Ραντ», αναφώνησε η Μποντ, «αυτός ο άνθρωπος λέει φρικτά πράγματα για σένα».
«Λέει ότι είσαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας», είπε πνιχτά η Λαρίν. Οι άλλες κοπέλες στην αίθουσα μάλλον δεν το είχαν ακούσει, γιατί άφησαν κοφτές κραυγούλες.
«Είμαι», είπε ο Ραντ κουρασμένα.
Η Λαρίν ξεφύσηξε και σταύρωσε τα χέρια κάτω από τα στήθη της. «Μόλις είδα αυτό το σακάκι, κατάλαβα ότι τα μυαλά σου είχαν πάρει αέρα, έτσι που το έσκασες με μια Άες Σεντάι. Το κατάλαβα πριν καν μιλήσεις με τόση ασέβεια στην Αλάνα Σεντάι και στη Βέριν Σεντάι. Αλλά δεν ήξερα ότι είχες γίνει τόσο χοντροκέφαλος, τόσο βλάκας».
Το γέλιο της Μποντ έδειχνε μάλλον απέχθεια παρά χιούμορ. «Δεν πρέπει να λες τέτοια πράγματα ούτε στα αστεία, Ραντ. Ο Ταμ σε ανέθρεψε να γίνεις καλός άνθρωπος. Είσαι ο Ραντ αλ’Θόρ. Πάψε αυτές τις ανοησίες».
Ραντ αλ’Θόρ. Αυτό ήταν το όνομά του, μα ο ίδιος σχεδόν δεν ήξερε ποιος ήταν. Τον είχε μεγαλώσει ο Ταμ αλ’Θόρ, όμως ο πατέρας του ήταν ένας Αελίτης αρχηγός, νεκρός από καιρό. Η Μητέρα του ήταν μια Κόρη αλλά όχι Αελίτισσα. Μόνο αυτά ήξερε για το ποιος στ’ αλήθεια ήταν.
Το σαϊντίν τον πλημμύριζε ακόμη. Τύλιξε απαλά την Μποντ και τη Λαρίν σε ροές Αέρα και τις σήκωσε, έτσι ώστε τα πόδια τους κρέμονταν μισό μέτρο πάνω από το πάτωμα. «Είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Δεν αλλάζει αν το αρνηθώ. Δεν αλλάζει, ό,τι και να ευχηθώ. Δεν είμαι ο άνθρωπος που ξέρατε στο Πεδίο του Έμοντ. Το καταλαβαίνετε; Ε;» Συνειδητοποίησε ότι φώναζε κι έκλεισε σφιχτά το στόμα του. Το στομάχι του ήταν σαν από μολύβι και το κορμί του έτρεμε. Γιατί το είχε κάνει αυτό η Αλάνα; Ποιο σχέδιο των Άες Σεντάι έκρυβε πίσω από το όμορφο πρόσωπό της; Μην εμπιστεύεσαι καμιά τους, είχε πει η Μουαραίν.