Ένα χέρι άγγιξε το μπράτσο του, κι ο Ραντ γύρισε σπασμωδικά το κεφάλι.
«Σε παρακαλώ, άφησέ τις κάτω», είπε η Αλάνα. «Σε παρακαλώ. Φοβούνται».
Δεν φοβούνταν απλώς. Το πρόσωπο της Λαρίν είχε ασπρίσει και το στόμα της έχασκε όσο πιο ανοιχτό γινόταν, σαν να ήθελε να ουρλιάξει αλλά είχε ξεχάσει το πώς. Η Μποντ σιγόκλαιγε, τόσο δυνατά που έτρεμε ολόκληρη. Δεν ήταν οι μόνες. Οι υπόλοιπες κοπέλες των Δύο Ποταμών είχαν κουρνιάσει μαζεμένες όσο πιο μακριά του μπορούσαν, κι οι περισσότερες έκλαιγαν κι αυτές. Οι υπηρέτριες ήταν μαζεμένες κοντά τους, κλαψουρίζοντας κι αυτές. Ο πανδοχέας είχε πέσει στα γόνατα, με μάτια γουρλωμένα, αφήνοντας άναρθρους ήχους δίχως λέξεις.
Ο Ραντ κατέβασε μαλακά κάτω τις δύο κοπέλες κι άφησε βιαστικά το σαϊντίν. «Συγγνώμη. Δεν ήθελα να σας τρομάξω». Μόλις μπόρεσαν να κινηθούν, η Μποντ κι η Λαρίν έτρεξαν να πάνε κοντά στις υπόλοιπες που αγκαλιάζονταν σφιχτά. «Μποντ; Λαρίν; Συγγνώμη. Δεν θα σας πειράξω, το ορκίζομαι». Δεν τον κοίταξαν. Καμία τους δεν τον κοίταξε. Τον κοίταζε όμως η Σούλιν, κι οι άλλες Κόρες, με ανέκφραστο πρόσωπο κι ασυγκίνητα μάτια με αποδοκιμαστικά βλέμματα.
«Ό,τι έγινε, έγινε», είπε ο Μπασίρε, αφήνοντας κάτω την κούπα του. «Ποιος ξέρει; Μπορεί να είναι για το καλό».
Ο Ραντ ένευσε αργά. Μπορεί έτσι να ήταν. Καλύτερα να τον απέφευγαν. Καλύτερα γι’ αυτές. Ο ίδιος ευχόταν μόνο να είχαν μιλήσει λίγο ακόμα για την πατρίδα. Λίγο ακόμα, ενώ αυτές θα έβλεπαν μόνο τον Ραντ αλ’Θόρ. Τα γόνατά του ακόμα έτρεμαν από τη δέσμευση, όμως όταν ξεκίνησε να περπατά, δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν ξαναβρέθηκε στη σέλα του Τζήντ’εν. Καλύτερα να τον φοβούνταν. Καλύτερα να ξεχνούσε τους Δύο Ποταμούς. Αναρωτήθηκε αν εκείνο το βουνό ελάφραινε ποτέ ή αν γινόταν όλο και πιο βαρύ.
11
Μαθήματα και Δάσκαλοι
Μόλις ο Ραντ βγήκε από την πόρτα, η Βέριν άφησε να βγει η ανάσα που κρατούσε. Κάποτε είχε πει στη Σιουάν και στη Μουαραίν πόσο επικίνδυνος ήταν. Δεν την είχαν ακούσει, και τώρα, ούτε ένα χρόνο μετά, η Σιουάν ήταν σιγανεμένη και πιθανότατα νεκρή, ενώ η Μουαραίν... Οι δρόμοι έβραζαν από φήμες για τον Αναγεννημένο Δράκοντα στο Βασιλικό Παλάτι, απίστευτες οι περισσότερες, και καμία δεν ανέφερε αξιόπιστα κάποια Άες Σεντάι. Η Μουαραίν ίσως τον είχε αφήσει να πιστέψει ότι ήταν κύριος των αποφάσεών του, αλλά δεν θα του επέτρεπε ποτέ να απομακρυνθεί πολύ από κοντά της, ειδικά τώρα που αποκτούσε τόση δύναμη. Τώρα που ήταν τόσο μεγάλος ο κίνδυνος που αντιπροσώπευε ο Ραντ. Μήπως είχε στραφεί εναντίον της, πιο βίαια απ’ όσο είχε στραφεί εναντίον τους μόλις πριν από λίγο; Ο Ραντ είχε μεγαλώσει από την τελευταία φορά που τον είχε δει· το πρόσωπό του έδειχνε τα σημάδια του αγώνα. Το Φως ήξερε ότι υπήρχε λόγος, αλλά μήπως ο αγώνας δινόταν επίσης για τη λογική; Έτσι, λοιπόν. Η Μουαραίν ήταν νεκρή, η Σιουάν νεκρή, ο Λευκός Πύργος είχε γκρεμιστεί, κι ο Ραντ μάλλον βρισκόταν στο κατώφλι της τρέλας. Η Βέριν έκανε τσκ εκνευρισμένη. Όταν ρίσκαρες, καμιά φορά η ώρα να πληρώσεις ερχόταν την πιο απρόσμενη στιγμή, με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Σχεδόν εβδομήντα χρόνια δούλευε προσεκτικά και μπορεί όλα να πήγαιναν στράφι εξαιτίας ενός νεαρού. Πάντως, τόσο που είχε ζήσει και με τόσα που είχε ζήσει, δεν θα παραδινόταν στην απόγνωση. Πάρε τα πράγματα με τη σειρά: ξεμπέρδεψε με ό,τι μπορείς να κάνεις τώρα και μη σκας για κάτι που ίσως δεν γίνει ποτέ. Το μάθημα αυτό της το είχαν διδάξει με το ζόρι, αλλά το είχε βάλει στην καρδιά της.
Το πρώτο που έπρεπε να κάνει ήταν να καθησυχάσει τα κοριτσόπουλα. Ακόμα ήταν μαζεμένα σαν κοπάδι προβάτων, κλαψουρίζοντας αγκαλιασμένα και κρύβοντας τα πρόσωπά τους. Τις καταλάβαινε σε μεγάλο βαθμό· δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε έναν άνδρα ο οποίος μπορούσε να διαβιβάζει, πόσο μάλλον τον ίδιο τον Αναγεννημένο Δράκοντα, κι ένιωθε αναγούλα στο στομάχι σαν να βρισκόταν σε πλοίο μεσοπέλαγα. Ξεκίνησε με παρηγορητικές κουβέντες, χαϊδεύοντας έναν ώμο εδώ, αγγίζοντας κάποια μαλλιά εκεί, προσπαθώντας να κάνει τη φωνή της μητρική. Τις έπεισε ότι ο Ραντ είχε φύγει —για τις περισσότερες, αρκούσε να τις πείσει να ανοίξουν τα μάτια— κι αυτό βοήθησε αρκετά ώστε να επικρατήσει μια σχετική ηρεμία. Τουλάχιστον, τα κλάματα είχαν καταλαγιάσει. Αλλά η Τζάνασυ απαιτούσε με διαπεραστική φωνή να της πουν ότι ο Ραντ έλεγε ψέματα, ότι όλα ήταν ένα κόλπο, ενώ η Μπόντχουιν με εξίσου στριγκή φωνή απαιτούσε να βρουν και να σώσουν τον αδελφό της —η Βέριν θα έδινε πολλά για να βρει πού ήταν ο Ματ— κι η Λαρίν έλεγε και ξανάλεγε ότι έπρεπε να φύγουν αμέσως, την ίδια στιγμή από το Κάεμλυν.