Η Βέριν πήρε κατά μέρος μια υπηρέτρια. Ήταν μια ασχημούλα, τουλάχιστον είκοσι χρόνια μεγαλύτερη από τις κοπέλες των Δύο Ποταμών, και τα μάτια της ήταν γουρλωμένα παρ’ όλο που σκούπιζε τα δάκρυα με την ποδιά της κι έτρεμε. Αφού πρώτα τη ρώτησε το όνομά της, η Βέριν είπε, «Φέρε σε όλες φρέσκο τσαγάκι, Άζριλ, καυτό με μπόλικο μέλι, και ρίξε μέσα και λίγο μπράντυ». Περιεργάστηκε για λίγο τις μικρούλες και πρόσθεσε, «Μη βάλεις λίγο. Βάλε αρκετό σε κάθε μια». Αυτό θα καταπράυνε τα νεύρα τους. «Επίσης, βάλε και για σένα και για τις άλλες σερβιτόρες». Η Άζριλ ξεφύσησε και βλεφάρισε και σκούπισε το πρόσωπό της, αλλά έκλινε το γόνυ· το ότι την είχαν στείλει να αναλάβει τα κανονικά καθήκοντά της φάνηκε να λιγοστεύει τα δάκρυά της, αν κι όχι τον φόβο της.
«Σέρβιρέ τες στα δωμάτιά τους», είπε η Αλάνα, κι η Βέριν συμφώνησε νεύοντας. Λίγος ύπνος θα έκανε θαύματα. Είχαν σηκωθεί από το κρεβάτι πριν από λίγες μόνο ώρες, αλλά το μπράντυ, μετά το σκληρό ταξίδι τους, θα βοηθούσε να ξανακοιμηθούν.
Η διαταγή προκάλεσε σάλο.
«Δεν μπορούμε να κρυφτούμε εδώ», κατάφερε να ξεστομίσει η Λαρίν ανάμεσα στα ξεφυσήματα και στα φτερνίσματά της. «Πρέπει να φύγουμε! Αμέσως! Θα μας σκοτώσει!»
Τα μάγουλα της Μπόντχουιν γυάλιζαν υγρά, όμως το πρόσωπό της είχε πάρει μια αποφασισμένη έκφραση. Το Διποταμίτικο πείσμα θα έβαζε σε μπελάδες αρκετές απ’ αυτές τις νεαρές γυναίκες. «Πρέπει να βρούμε τον Ματ. Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε κοντά σε... σε έναν άνδρα που... Δεν μπορούμε! Έστω κι αν είναι ο Ραντ, δεν μπορούμε!»
«Θέλω να δω το Κάεμλυν», έσκουξε η Τζάνασυ, μολονότι ακόμα έτρεμε.
Οι υπόλοιπες μπήκαν στη συζήτηση μαζί με αυτές τις τρεις, μερικές υποστηρίζοντας την Τζάνασυ παρά τον φόβο τους, ενώ οι περισσότερες ήταν αμετάπειστα υπέρ της αναχώρησης. Μια νεαρή από τον Λόφο της Σκοπιάς, μια ψηλή ομορφούλα που λεγόταν Έλι, με επιδερμίδα ανοιχτόχρωμη για τα δεδομένα των Δύο Ποταμών, ξανάρχισε να θρηνεί μ’ όλη τη δύναμη των πνευμόνων της.
Η Βέριν μετά βίας κρατήθηκε για να μη τις αρχίσει στα χαστούκια. Για τις μικρότερες υπήρχε δικαιολογία, όμως η Λαρίν κι η Έλι κι οι άλλες που είχαν τα μαλλιά χτενισμένα πλεξούδα υποτίθεται πως ήταν γυναίκες. Τις περισσότερες δεν τις είχε αγγίξει καν ο Ραντ, κι ο κίνδυνος είχε παρέλθει. Από την άλλη μεριά, ήταν όλες κουρασμένες, η επίσκεψη του Ραντ ήταν ένα σοκ και θα δοκίμαζαν κι άλλα στο κοντινό μέλλον, έτσι συγκράτησε την αγανάκτηση της.
Η Αλάνα, όμως, όχι. Ακόμα κι ανάμεσα στις Πράσινες ήταν δακτυλοδεικτούμενη για την ευμετάβλητη διάθεση της, που τώρα τελευταία είχε χειροτερέψει. «Θα πάτε στα δωμάτιά σας τώρα αμέσως», είπε ψυχρά, αλλά το μόνο ψυχρό πάνω της ήταν η φωνή της. Η Βέριν αναστέναζε, καθώς η άλλη Άες Σεντάι ύφαινε Αέρα και Φωτιά για να πλάσει μια Ψευδαίσθηση. Κοφτές κραυγούλες γέμισαν την αίθουσα, και τα μάτια που ήταν ήδη διάπλατα ανοιχτά τώρα γούρλωναν. Δεν υπήρχε λόγος να το κάνει αυτό η Αλάνα, όμως το έθιμο αποδοκίμαζε το να αναμιγνύεσαι δημοσίως στις πράξεις μιας άλλης αδελφής, και στ’ αλήθεια η Βέριν ένιωθε ανακούφιση με το ξαφνικό σταμάτημα των ουρλιαχτών της Έλι. Και τα δικά της νεύρα επίσης ήταν τεντωμένα. Οι ανεκπαίδευτες νεαρές φυσικά δεν μπορούσαν να δουν τις ροές· τους φαινόταν ότι η Αλάνα μεγάλωνε με κάθε λέξη. Η φωνή της δυνάμωνε αντίστοιχα, χωρίς να αλλάζει ο τόνος, αλλά μπουμπούνιζε για να ταιριάζει με το φαινομενικό μέγεθός της. «Προορίζεστε για μαθητευόμενες, και το πρώτο που πρέπει να μάθει μια μαθητευόμενη είναι να υπακούει τις Άες Σεντάι. Αμέσως. Δίχως παράπονα και τσιριμόνιες». Η Αλάνα στεκόταν στη μέση της κοινής αίθουσας ίδια κι απαράλλαχτη —τουλάχιστον για τα μάτια της Βέριν— όμως το κεφάλι της Ψευδαίσθησης άγγιζε τα πάτερα του ταβανιού. «Τρέξτε, λοιπόν! Όποια δεν είναι στο δωμάτιο της μέχρι να μετρήσω ως το πέντε, θα το μετανιώνει μέχρι τη μέρα που θα πεθάνει. Ένα. Δύο...» Πριν φτάσει στο τρία, οι κοπέλες είχαν ορμήξει στριγκλίζοντας στις σκάλες που ήταν στο πίσω μέρος της αίθουσας· ήταν θαύμα που δεν τσαλαπατήθηκε καμία.
Η Αλάνα δεν έκανε τον κόπο να μετρήσει πάνω από το τέσσερα. Καθώς το τελευταίο κορίτσι των Δύο Ποταμών χανόταν στον επάνω όροφο, άφησε το σαϊντάρ, η Ψευδαίσθηση εξαφανίστηκε, κι ένευσε αργά, ικανοποιημένα. Η Βέριν σκέφτηκε ότι τώρα οι νεαρές θα ήθελαν παρακάλια, ακόμα και για να κρυφοκοιτάξουν έξω από τα δωμάτιά τους. Ίσως έτσι ήταν καλύτερα. Τέτοια που ήταν η κατάσταση, δεν ήθελε να το σκάσει καμία για να δει το Κάεμλυν, και μετά να τρέχουν να τη βρουν.
Φυσικά, η Ψευδαίσθηση της Αλάνα είχε επιδράσει κι αλλού. Αναγκάστηκαν να γλυκομιλήσουν στις σερβιτόρες για να βγουν κάτω από τα τραπέζια που είχαν κρυφτεί, και βοήθησαν να σηκωθεί όρθια εκείνη που είχε σωριαστεί κάτω, ενώ προσπαθούσε να τρυπώσει στην κουζίνα. Οι σερβιτόρες ήταν βουβές· απλώς έτρεμαν σαν φύλλα σε δυνατό άνεμο. Η Βέριν τις έσπρωξε ανάλαφρα για να κουνηθούν, κι επανέλαβε τρεις φορές την παραγγελία για το τσάι και το μπράντυ πριν η Άζριλ πάψει να την κοιτάζει σαν να είχε φυτρώσει και δεύτερο κεφάλι πάνω της. Ο πανδοχέας κοίταζε με το στόμα ορθάνοιχτο· τα μάτια του είχαν γουρλώσει τόσο που έλεγες ότι θα έπεφταν από το πρόσωπό του. Η Βέριν κοίταξε τον Τόμας και του έδειξε τον άνδρα που ήταν έτοιμος να σωριαστεί.